171 χρόνια από το θάνατο του Γέρου του Μοριά

Ο παρακάτω λίαν συγκινητικός και μεστός νοημάτων επιμνημόσυνος λόγος εκφωνήθηκε από τον αείμνηστο εκπαιδευτικό Γιάννη Πισιμίση, στο 1ο μνημόσυνο του Ήρωα, που καθιέρωσε η Παγγορτυνιακή Ένωση, στις 4-2-1990.

 

«Σήμερα η επέτειος θανάτου του Μεγάλου Πολέμαρ­χου και ελευθερωτή του Γένους, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Στο άκουσμα του Μεγάλου Ονόματος ξεπηδούν μπροστά μας μια πο­λυτάραχη ζωή, ένας τιτάνιος αγώνας κι ένα αιώνιο απελευθερωτικό έρ­γο. Βλέπουμε την πιο πολύτιμη και πολυσύνθετη προσωπικότητα του ’21, τη μεγαλύτερη στρατηγική μεγαλοφυΐα όλων των αιώνων, όσο κι αν θέλησαν μερικοί να του την αρνηθούν.

Είναι ο Κολοκοτρώνης ο ξέχωρος κι ο μοναδικός ήρωας του ’21 που ακόμη δεν έγινε παρελθόν. Είναι ο Γέρο-Όλυμπος, που κανείς ιστορι­κός δεν αποτόλμησε να τον ανεβεί από κάτω έως την κορυφή. Όλοι α­ποσπασματικά αναφέρονται στην πολυσύνθετη μορφή τον ή στην πολυ­τάραχη ζωή τον ή στο πολύμοχθο έργο του.

Είναι εκείνος που η μοίρα του Έθνους τον σημάδεψε και τον ξεχώρι­σε, ακόμη κι από τον τόπο και το χρόνο της γέννησης του. Γεννήθηκε σαν αρχαίος ημίθεος, όχι κάτω από στέγη, αλλά στο βουνό, κάτω από έ­να δέντρο, στο Ραμαβούνι της Μεσσηνίας. Γεννήθηκε κυνηγημένος από τους Τούρκους κι απροσκύνητος, όταν βρισκόταν ακόμη μέσα στα σπλάχνα της μάνας τον. Ήταν τότε στον πρώτο κατατρεγμό των κλε­φτών, του πατέρα τον στα 1770, γεννήθηκε μια ημέρα επίσημη, τη Δευτέρα της Λαμπρής, στις 3 τ’ Απρίλη.

Παιδάκι ακόμη, στην ηλικία των 10 χρόνων, βαφτίστηκε στη φωτιά τον πολέμον και λιβανίστηκε στον καπνό και στη μυρουδιά της μπα­ρούτης στον Πύργο της Καστάνιτσας. Εκεί είχαν κλειστεί οι δύο μεγα­λύτεροι κλέφτες τον Μοριά, ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης κι ο Παναγιώταρος με τις οικογένειές τους, περικυκλωμένοι από χιλιάδες Τούρκους, που κτυπούσαν με κανόνια επί μια βδομάδα τον Πύργο. Όταν σώθηκαν οι τροφές, το νερό και τα πολεμοφόδια, οι γενναίοι κλέ­φτες έκαμαν νυκτερική έξοδο. Ο Παναγιώταρος σκοτώθηκε, ο πατέρας του Κωνσταντής, τραυματισμένος κρύφτηκε στο δάσος- ένας χωρικός από τον οποίο ζήτησε προστασία τον πρόδωσε. Οι Τούρκοι τον πιάσα­νε, τον πήγαν στην Τριπολιτσά και τον κρέμασαν στον περίφημο πλά­τανο στην πλατεία. Δύο μικρά αδερφάκια του, που δεν μπορούσαν να περπατήσουν, έμειναν μέσα στον Πύργο κι αιχμαλωτίσθηκαν. Αυτόν η μοίρα τον Έθνους τον φύλαξε για να τον έχει την ώρα που θα τον χρει­αζόταν. Παλληκαρόπουλο 10 χρονών έτρεξε κοντά στην καπετάνισσα τη μάνα του. Γλίτωσαν και ζήτησαν προστασία από ένα συγγενή τους στην Αλωνίσταινα. Για να ζήσουν πούλαγαν ξύλα στην Τρομπολιτσά. Κάποια μέρα στην Τρομπολιτσά το ζώο του παραπάτησε, πέταξε λά­σπες και λέρωσε έναν Τούρκο. Ο Τούρκος σκαμπίλισε το παιδί και τον πήρε τα ξύλα χωρίς να τον τα πληρώσει. Το παιδί δεν έκλαψε. Θύμωσε κι ορκίστηκε εκδίκηση. Ήταν 15 χρονών. Δεν ξαναπούλησε ξύλα.

Στα 15 χρόνια του ζώστηκε τ’ άρματα και βγήκε στα βουνά για να εκ­δικηθεί το θάνατο του πατέρα τον. Από τότε άρχισε η σκληρή μαύρη ζωή του κλέφτη. Άρχισε έναν 50χρονο αγώνα για τη λευτεριά της πατρίδας του, επίμονο, ασταμάτητο, γεμάτο πίκρες και φαρμάκια.

Στο νου μας έρχονται οι κατατρεγμοί και το κυνηγητό των Τούρκων και των κοτσαμπάσηδων οι προδοσίες των κουμπάρων του- ο περίφη­μος και ιστορικός ληνός της Αιμυαλούς- ο πατριαρχικός αφορισμός- οι 70 νεκροί της γενιάς του, η Ζάκυνθος.

Εκείνο όμως που τον κατέταξε μεταξύ των αθανάτων είναι το ’21, το δικό του ’21. Και είναι δικό του το ’21 γιατί αν αυτό γινόταν στα πα­λιότερα χρόνια, ασφαλώς θα έπαιρνε το όνομά του. Μα και για κάτι άλ­λο. Όλες οι πολεμικές αναμετρήσεις κρίνονται από τους αγώνες στην ξηρά. Κι ο Κολοκοτρώνης σ’ αυτές ήταν ακατανίκητος, ακαταμάχητος.

Είναι γνωστό, πως ο λαός, ο κάθε λαός, είναι ύλη άμορφη, μάζα αδιάπλαστη, που με τον όγκο της, με το βάρος της σπρώχνει το όχημα της ιστορίας. Αμαξηλάτες γίνονται οι προσωπικότητες, οι γενναίες υπάρ­ξεις, οι προικισμένες από τη φύση μορφές. Αυτές σημαδεύουν την ιστο­ρία. Αυτές απολαμβάνουν τη δόξα. Γεύονται όμως τις πίκρες και τους κινδύνους και τους κατατρεγμούς.

Τη θέση αυτή του ηνίοχου στο ’21 κατέχει μόνο ο Κολοκοτρώνης. Αυτός σήκωσε στους ώμους του, όχι το μεγαλύτερο βάρος, αλλά όλο σχεδόν το βάρος του Αγώνα. Κι όχι τον αγώνα μόνο στον πολεμικό το­μέα, αλλά σ’ όλους τους τομείς και σ’ όλα τα ποικίλα και πολυσύνθετα προβλήματα, οικονομικά, πολιτικά, εσωτερικά και εξωτερικά.

Ήταν ο μόνος και ο πρώτος που κατάλαβε ευθύς εξ αρχής, ότι το κα­ράβι του αγώνα ξεκίνησε χωρίς τιμονιέρη. Άδραξε στα χέρια του το τι­μόνι και χάραξε, όχι απλώς μια γραμμή πλεύσεως, αλλά ένα μεγαλοφυές σχέδιο και τοκαμε πράξη. Έδωκε συγκεκριμένη μορφή και συνέπηξε σε δύναμη ένα συρφετό παρανόμως οπλοφορούντων ή και άοπλων, πεινα­σμένων, γυμνών και ξυπόλητων.

Γιγάντωσε το ραγιά, το δειλό και άβουλο αυτό ον, που επί 6 αιώνες, από το 1204 προσκυνούσε τον κατακτητή σκύβοντας ως το χώμα τρεις φορές.

Στο κάστρο της Καρύταινας ο Μωάμεθ ο Β’ είχε θάψει, οριστικά, τη λευτεριά της χερσαίας Ελλάδας στα 1460. Αυτό το κάστρο ήταν ο τε­λευταίος ελληνικός προμαχώνας κατά τον Μωάμεθ τον κατακτητή. Και ω τον θαύματος! Αυτό ήταν το πρώτο κάστρο της Ελλάδας, που έπεσε στα χέρια των Ελλήνων, στα χέρια του Κολοκοτρώνη, στις 28 τον Μάρτη του 1821. Έπεσε ύστερα από την πρώτη μάχη του όλου Αγώνα, τη νικηφόρα μάχη στα στενά του Αγιοθανάση και στο ιστορικό γεφύρι της Καρύταινας, Αρχηγός της οποίας ήταν ο Κολοκοτρώνης.

Τον Κολοκοτρώνη το χέρι ήταν αυτό, που σήκωσε την παγερή πλάκα του τάφου της. Την ξέθαψε, την ζωντάνεψε και από την ημέρα αυτή την πήρε μαζί του αχώριστη συντροφιά.

Ταφή από το Μωάμεθ και ξέθαμμα από τον Κολοκοτρώνη ήταν ένα σημάδι κι ένα παράξενο παιχνίδι της Μοίρας του Κολοκοτρώνη, ο ο­ποίος ταυτίστηκε πλέον με τη μοίρα του έθνους και τη λευτεριά του.

Στο Χρυσοβίτσιοι 200 Μανιάτες, που του είχε δανείσει ο Πετρόμπεης, όταν μαζί πήραν χωρίς μάχη την Καλαμάτα, τον εγκατέλειψαν και γύρισαν στην Καλαμάτα. Εκεί έμεινε μόνος με μόνη του συντροφιά τ’ ά­λογο του. Προσευχήθηκε κι έκλαψε «για την Ελλάς», μπροστά στην ει­κόνα της Παναγίας της Χρυσοβιτσιώτισσας, πήρε δύναμη από την προσευχή του κι ως να φθάσει στην Αλωνίσταινα 300 παλικάρια δικά του μπήκαν κάτω από τη σημαία τον. Ήσαν οι Αρκάδες του, ο δικός του στρατός. Μ’ αυτούς θα γράψει τις πιο ένδοξες σελίδες του μεγάλου Αγώνα του.

ΟΚολοκοτρώνης ήταν γνώστης του εδάφους όλης της Πελοποννή­σου, από την εποχή της κλέφτικης ζωής του. Αυτό ήταν μέγα προσόν για τον πολεμιστή ηγέτη. Μα δεν ήταν μόνο αυτό. Ο Κολοκοτρώνης ήταν τύπος ενορατικός. Είχε γοργή την αντίληψη και συνελάμβανε ταχύτατα εκ των ολίγων δεδομένων τις λύσεις των προβλημάτων. Είχε οξύτατη την αίσθηση του πρέποντος, του πρακτέου. Γνώριζε να προσαρμόζει θαυμάσια τα μέσα που διέθετε με τις ανάγκες και τις περιστάσεις που κά­θε φορά του παρουσιάζονταν.

Πολύπειρος και εφευρετικός, οξυδερκής και απηνής διώκτης του εχ­θρού, στάθηκε ο Μέγας Πολέμαρχος κι ο πραγματικός πατέρας της λευ­τεριάς του Γένους.

Αλλά τι να πρωτοθυμηθεί και τι να πρωτοθαυμάσει και τι να διαλέξει και να ειπεί κανείς, μέσα στο μικρό αυτό σημείωμα, από την πολυτάρα­χη ζωή και το τεράστιο έργο του Τρανού και του Μεγάλου Στρατηλάτη του 21;

Τη στρατηγική του μεγαλοφυία, την πολιτική του διαίσθηση, τον άν­θρωπο, το Χριστιανό; Να θυμηθούμε το Βαλτέτσι, τη νικηφόρα μάχη της Γράνας, όπου έκαμε πρώτος αυτός χρήση χαρακώματος στην πολεμική τακτική. Να θυμηθούμε την πολιορκία και την άλωση της Τρομπολιτσάς, τα Δερβενάκια, τον κλεφτοπόλεμο με τον οποίο εκμηδένισε κι έ­φθειρε τις δυνάμεις τον Ιμβραήμ, ή το προσκύνημα;

Να θυμηθούμε που του δολοφόνησαν τον Πάνο και δεν εκδικήθηκε κανέναν, δε σκότωσε κανένα; Να τον συγκρίνουμε μ’ εκείνους που η ι­στορία ονομάζει Μεγάλους, οι οποίοι δολοφόνησαν και φίλους και συγ­γενείς και αιχμαλώτους, σκλάβωσαν λαούς, κατάκτησαν ξένα εδάφη, έκαψαν κι αφάνισαν πόλεις; Να θυμηθούμε τον Αγιο-Λια της Ύδρας, ό­που κλεισμένος εκεί, βρυχόταν σαν λιοντάρι, που βλέπει να τον κατα­σπαράζει τα παιδιά του η αλεπού; Ή το μπουντρούμι του Παλαμηδιού, αυτό το μεγάλο αίσχος τον Παλατιού του Όθωνα; Να τονίσουμε την χαμέρπεια του αυλοκόλακα Υπουργού Δικαιοσύνης, τον Σχοινά και την καταδίκη του σε θάνατο παρόλη τη λεβεντιά, την άρνηση και την αντί­σταση των δύο τρανών και μεγάλων ηρώων της Ελληνικής Δικαιοσύνης, τον Πολυζωίδη και τον Τερτσέτη;

Να μιλήσουμε για την υπομονή τον, τη στωική τον απάθεια ή την πε­ριφρόνηση προς το θάνατο; Μόνο ένας Σωκράτης είχε περιφρονήσει το θάνατο και δεύτερος ο Κολοκοτρώνης. Περνώντας μπροστά από την καρμανιόλα, που αύριο θα τον έκοβε το κεφάλι και βλέποντας το δήμιο ν’ ακονίζει το λεπίδι της, χαριτολόγησε κι αστειεύτηκε μαζί του. Ο Μέ­γας Ναπολέων, ο Βοναπάρτης, όταν τον ανακοινώθηκε η απόφαση της εξορίας του, αναλύθηκε σε δάκρυα. Μεγάλοι είναι μόνο οι γενναίοι μπρος στο θάνατο. Κι ο Κολοκοτρώνης στάθηκε μπροστά τον ολόρθα και άφοβα, τον πολέμησε και τον νίκησε πολλές φορές.

Ακόμη, να μη μιλήσουμε για τη σωματική του αντοχή και ευρωστία παρά τα εξήντα του χρόνια; Να μην τονίσουμε την αφιλοκέρδειά του, την ευφυολογία του, την πνευματική του ετοιμότητα, την πειστικότητα των λόγων τον; Πώς να μην τονίσουμε τον περίφημο λόγο του στην Πνύκα, που στάθηκε επάξια στοί διο εκείνο βήμα, όπου βρόνταγε ο Πε­ρικλής; Για το λόγο τον αυτόν, όχι μόνο γι’ αυτόν, η Ακαδημία Επιστημών Αθηνών τον κατέταξε το 1971 μεταξύ «των λογίων και πνευματικών ανδρών της Νεώτερης Ελλάδας!»

Να μη θυμηθούμε τους πολιτικούς του αγώνες για τη δημιουργία Ελληνικού Κράτους, όταν ακόμα ήταν στη Ζάκυνθο; Ή τις πολιτικές έ­ριδες και τις επαναστάσεις του κατά των κοτζαμπάσηδων, των Καραβο­κύρηδων και των Φαναριωτών, που του νόθευαν το δημοκρατικό Σύ­νταγμα της Επιδαύρου;

Πώς να λησμονήσουμε τους αγώνες του για να γλιτώσει την υφαρπα­γή των τσιφλικιών των Μπέηδων και των πασάδων από τους Κοτζαμπάσηδες. Μήπως δεν ήταν έργο δικό του η εκλογή του Καποδίστρια, του Μεγάλου εκείνου Κυβερνήτη, τις επιπτώσεις από τη δολοφονία τον οποίον πληρώνει ακόμη το Έθνος;

Εκείνο όμως που θα πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα σήμερα είναι η δη­μοκρατική τον πίστη και η πολιτική του διαίσθηση. Από τον καιρό της Ζακύνθου είχαν ριζώσει μέσα του οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Του είχαν γίνει πάθος οι ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας, της αδελ­φότητας και της δικαιοσύνης. Επί 50 χρόνια αγωνίστηκε γι’ αυτές κι ε­πέτυχε.

Ήρθε όμως κάποτε και γ’ αυτόν να πληρώσει το κοινό ανθρώπινο χρέος. Στις 4 του Φλεβάρη του 1843 μετά από ένα χρόνο του Όθωνα στα Ανάκτορα, έσβησε ο λέοντας τον Μοριά, χαρούμενος, πανευτυχής, α­φού είδε την πατρίδα του ελεύθερη και δικαιωμένο τον Αγώνα του.

Έσβησε αθόρυβα και σεμνά, όπως γεννήθηκε, κόσμιος, αρχιστράτη­γος της φρόνησης και της σύνεσης.

Πρότυπο ανδρείας, αρετής και ανεξικακίας, Στρατηλάτης ανίκητος, νικημένος μόνο από την αθλιότητα, την ποταπότητα, την αισχρότητα και την πολιτική εντέλεια των αντιπάλων του, που τον καταδιώκανε με πάθος γιατί ο φθόνος ζερβά συντροφεύει πάντα τους μεγάλους της Ιστορίας όλων των εποχών. Κι ο Κολοκοτρώνης δεν ήταν μικρός, ήταν ένας από τους Μεγάλους της Ιστορίας, όχι μόνο της Ελληνικής, αλλά της Παγκόσμιας Ιστορίας. Κι έτσι πρέπει να λογίζεται. Ήταν αυτός που νίκησε μια κραταιά αυτοκρατορία κι ανάστησε ένα ένδοξο γένος, πεθα­μένο από το 1204, το Γένος των Ελλήνων.

Ο θάνατος του συγκίνησε όχι μόνο τον Ελληνισμό εντός και εκτός της Ελλάδας, αλλά και στην Ευρώπη. Όλες οι εφημερίδες της Ευρώπης έ­γραψαν για το θάνατό του και πολλές δημοσίευσαν την εικόνα του εντός του φέρετρου, ντυμένου με τη μεγάλη στολή του στρατηγού. Οι σημαίες κρεμάστηκαν πένθιμα και ο λαός της Αθήνας έκλεισε τα καταστήματα και χύθηκε στους δρόμους. Γράφει ο Τερτσέτης ότι η κεφαλή της πομπής βρισκόταν στο Α ‘ Νεκροταφείο και η ουρά δεν είχε ακόμη απομακρυν­θεί από το σπίτι του (της σημερινής οδού Κολοκοτρώνη αριθ. 25). Μόνο ένας δεν πήγε στην κηδεία του, ο Όθωνας. Παρακολουθώντας την κηδεία από τον εξώστη των Ανακτόρων του και βλέποντας τον όγκο κι τον πόνο τον λαού, φοβήθηκε μήπως στραφεί εναντίον του, γιατί το επανα­στατικό καζάνι κόχλαζε.

Την αποχή του αυτή ο λαός δεν του τη συγχώρεσε. Η φλόγα φούντω­σε τώρα πιο πολύ. Ο Κολοκοτρώνης και με τη θανή του πολέμησε τη Βαυαροκρατία και συντόμεψε την Επανάσταση της Γ’ Σεπτεμβρίου 1843 για τις συνταγματικές ελευθερίες.

Αυτός ήταν ο Κολοκοτρώνης, Τιτάνας, σύμβολο και θρύλος και δόξα της Νεώτερης Ελλάδας.

Σταματώ με τα λόγια μου αυτά, γιατί φοβούμαι μήπως μικρύνω τον όγκο του. Ας γίνουν τα λόγια μου τούτα ένα ταπεινό πνευματικό μνη­μόσυνο και στεφάνι πλεγμένο από τις δάφνες των βουνών του Μοριά τις ποτισμένες με τον ιδρώτα του και το αίμα των 70 νεκρών της γενιάς του. Βουνών, που περπάτησε, που αντιλάλησαν τη βροντερή του φωνή κι α­ντιβούιζαν του καριοφιλιού του τον απόηχο.

Η θύμησή μας, ο θαυμα­σμός μας κι η ευγνωμοσύνη μας, ας γίνουν το λάδι που θα κρατήσει ά­σβεστη τη φλόγα του καντηλιού του τάφου, του Αθάνατου Γέρου του Μοριά».