Λαογραφικές αναμνήσεις: Χριστούγεννα – Πρωτούγεννα

Από την παραμονή των Χριστουγέννων, αρχίζουν τα δωδεκαήμερα και οι νοικοκυρές καλλωπίζουν τα σπίτια τους και τα στολίζουν με άνθη και μυρτιές. Η νοικοκυρά την παραμονή της γιορτής μαζί με τα χριστόψωμα, που φτιάχνει για τη φαμελιά, πλάθει και τις κουλούρες για τα βόδια και μελετάει “τούτη η κουλούρα είναι για το μελίσσι μας και τούτη για τον κόκκινη μας”. Οι κουλούρες θα κρεμαστούν στα κέρατα του κάθε βοδιού κι έτσι ο ζευγολάτης δεν έχει να φοβηθεί τους καλικάντζαρους και κανένα άλλο κακό. Την παραμονή των Χριστουγέννων, οι νοικοκυρές στολίζουν με πολύχρωμα και φανταχτερά στολίδια στη σάλα του σπιτιού το χριστουγεννιάτικο δέντρο, που είναι ξενικό έθιμο. Αντλεί την καταγωγή του από την Βαυαρία. Διαδόθηκε στη Γερμανία κι από κει στον Αγγλοσαξονικό κόσμο. Εφτασε στη Γαλλία και αργότερα στην Ελλάδα.

Την παραμονή, τα παιδιά γυρίζουν στα σπίτια και λένε τα κάλαντα, τα έμμετρα αυτά αριστουργήματα του ποιητή λαού μας, που έλκουν την καταγωγή τους από τ’αρχαία χελιδονίσματα. Είναι μαργαριτάρια της ποιητικής έμπνευσης δροσερά, λυρικά και γεμάτα από τη λατρευτική συγκίνηση των απλών πιστών. Στο τέλος μετά τα κάλαντα λένε παινέματα για τη νοικοκυρά και τον νοικοκύρη:

“Εχεις χιλιάδες πρόβατα, έχεις χιλιάδες γίδια, που’χουνε τα χρυσά μαλλιά και τ’αργυρά κουδούνια, γιομιζει ο κάμπος πρόβατα και οι ραχούλες γίδια”.

Σ’αυτό το σπίτι, που’ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει, κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χίλια χρόνια να ζήσει”.

Την παραμονή, η νοικοκυρά ζυμώνει και τα χριστόψωμα, που τα κόβουν ανήμερα, αφού μαζευτούν όλοι γύρω από το Χριστουγεννιάτικο της φαμε-λιάς τραπέζι.

Οι τσοπάνηδες είναι περήφανοι γιατί γεννήθηκε ο Χριστός ανάμεσα σε τσοπάνηδες, σε πρόβατα. Γι’αυτό, φτιάχνουν δύο Χριστόψωμα, το ένα για τα πρόσωπα της φαμελιάς τους και τ’άλλο για τα ζωντανά τους. Ετσι, ο βοσκός τιμάει τα ζωντανά του κι ο Χριστός τα ευλογάει. Στο χριστόψωμο της φαμελιάς φτιάχνουν σταυρούς, αστέρια, λουλούδια, βοσκούς και πρόβατα.

Την παραμονή, οι γυναίκες κάνουν το “πάντρεμα της φωτιάς”. Φέρνουν από το κατώι δύο μεγάλα, ξερά κούτσουρα, που τα χουν ονοματίσει από μήνες και τα βάζουν και τα δύο στη φωτιά. Τ’αδερφώνουν και έτσι καίνε όλη τη νύχτα, που θα γεννηθεί ο Χριστός. Ετσι ζεσταίνεται ο ίδιος και η λεχώνα μητέρα Του και φεύγουν μακριά τα δαιμονικά πνεύματα.

Τα μεσάνυχτα χτυπούν οι καμπάνες κι όλοι βάζουν τα γιορτινά τους και τραβάνε για την εκκλησία. Οι παπάδες, με τα γιορτινά τους άμφια, ψέλνουν: Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει, και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει. Αγγελοι, μετά ποιμένων δοξολογούσι. Μάγοι δε, μετά αστέρος οδοιπορούσι. Δι’ημάς γαρ, εγεννήθη παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός”.

Η λειτουργία τελειώνει κι όλοι οι χωριανοί κοινωνούν και παίρνουν αντίδωρο Η αυγή ροδοφαίνεται κι όλοι οι πιστοί, πλημμυρισμένοι από χριστιανική αγάπη, τραβάνε για τα σπίτια τους. Το μεσημέρι στρώνεται το χριστουγεννιάτικο της φαμελιάς τραπέζι και γεύονται τη γαλοπούλα και το κοκκινέλι.

Πότε καθιερώθηκε ο εορτασμός των Χριστουγέννων

Η γιορτή των Χριστουγέννων καθιερώθηκε τον Δ αιώνα, από τους Πατέρες της εκκλησίας. Βάση του καθορισμού της, υπήρξε ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, που έγινε στις 25 Μαρτίου, οπότε φυσικά η γιορτή των Χριστουγέννων καθορίστηκε στις 25 Δεκεμβρίου και γιορτάστηκε πρώτα στη Ρώμη, το 335 μ.Χ. κι από κει, διαδόθηκε στις εκκλησίες της Ανατολής.

Από το λόγο του Αγίου Βασιλείου, που σώζεται και είναι αφιερωμένος “Εις την Αγίαν του Χριστού Γέννησιν”, πληροφορούμαστε ότι η γιορτή των Χριστουγέννων, ορίστηκε στις 25 Δεκεμβρίου, αρχικά στην Καισαρεία. Στην Κωνσταντινούπολη η γιορτή ορίστηκε από το Μέγα Γρηγόριο το Θεολόγο, το 379 μ.Χ. Στην Αλεξάνδρειά, γιορταζόταν μαζί με τα Φώτα (Θεοφάνεια) και τη βάφτιση του Σωτήρα, στις 6 Γενάρη. Για πρώτη φορά γιορτάστηκαν χωριστά το 376 μ.Χ. στην Ανατολή και μάλιστα στη Συρία. Από το τέλος του ΣΤ’ αιώνα, καθιερώθηκε στα Ιεροσόλυμα ο εορτασμός των Χριστουγέννων να γίνεται χωριστά, στις 25 Δεκεμβρίου.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ονομάζει τη γιορτή των Χριστουγέννων “Μητρόπολη των εορτών” και μας καλεί όλους, “Ν’αφήσουμε τους Ιουδαίους, που πλανώνται, Πλάνην οικτράν, τα Ιεροσόλυμα, που ταράσσονται ταραχήν μεγάλην, τον Ηρώδη, που μαίνεται, τις βιοτικές μέριμνες και την τύρβη της ζωής και να τρέξουμε, να προσκυνήσουμε τον ΗΛΙΟ της δικαιοσύνης, κρατούντες στα χέρια μας σαν δώρο και προσφορά, τις αμαρτίες μας”.

* Από τo βιβλίο του +Ευσταθίου I. Σταθοπουλου: “Μνήμες από την Αρκαδία και τo χωριό μου Μυγδαλιά (Γλανιτσιά)”. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Γορτυνία”.