Αναμνήσεις: Καρνάβαλος – Μασκαράδες και μπούλες στα χωριά μας! (ph-video)

Νοσταλγώντας τα παλιά

Ο Καρνάβαλος, με τους μασκαράδες, τα μουτζουρώματα, τις προσωπίδες, τα τροκάνια και τα κουδούνια, τις μπούλες και τα δέρματα ζώων, που φορούσαν και μεταμφιέζονταν, δεν είναι ξενικό έθιμο, αλλά προχριστιανικό, της θρησκείας των αρχαίων Ελλήνων.

Γινόταν στις γιορτές “Βρουμάλια” προς τιμήν του Θεού Διόνυσου που λεγόταν και Βρούμος και στις γιορτές “Βοτά”, που γίνονταν από τους βοσκούς, προς τιμήν του Αρκαδικού Θεού Πάνα.

Στις τελετές αυτές, θεωρούσε, ο καθένας ότι είχε υποχρέωση να πίνει το θείο ποτό της αμπέλου και να χορεύει διαρκώς, σαν ‘”τον τραγοπόδαρο, κερασφόρο” Θεό Πάνα. Τα Διονύσια χωρίζονταν σε μεγάλα και μικρά. Τα μεγάλα Διονύσια βαστούσαν εφτά (7) μέρες και γίνονταν τον μήνα “Ελαφηβολιώνα”, δηλαδή γύρω στα τέλη του Μάρτη. Ήταν λαμπρές γιορτές, όπως και τα Παναθήναια κι έπαιρναν μέρος σ’αυτά και οι δούλοι ακόμα. Όλες τις μέρες, οι πιστοί τελούσαν γιορτές και Μυστήρια προς τιμή του Θεού Διόνυσου, των Σελήνων, των Σατύρων, των Ληνών, των Βάκχιδων και των Μαινάδων.

Όλοι φορούσαν δέρματα ζώων και στολίζονταν με κισσούς και κλαδιά αμπέλου, τα σύμβολα του Διόνυσου. Έλεγαν αστεία και πειράγματα κι έκαναν σκωπτικές χειρονομίες.

Τη δεύτερη μέρα των μεγάλων Διονυσίων, οι νέοι της Αθήνας, για να δείξουν, στους ξένους, που ’ρχονταν απ’όλα τα μέρη και παρακολουθούσαν τις γιορτές, τη δύναμή τους, έκαναν την πομπή για τον Θεό Διόνυσο, με τάξη και μεγαλοπρέπεια.

“Άπασα η πομπή, απ’άκρου εις άκρον, εκραύγαζε, ορχείτο, επήδα, εκροτάλιζε, ωρύετο κι έτσι παρίστανε άπασα την πόλιν μεθύουσαν”, όπως μας λέει ο Πλάτων.

Ο λαός μας θεωρεί τα έθιμα τούτα Χριστιανικά και τη διασκέδαση ως λατρεία προς τον Θεό και τραγουδάει:

“Ας τραγουδήσω κι ας χαρώ, του χρόνου ποιος το ξέρει,

αν θα πεθάνω ή θα ζω ή θα ’μαι σ’άλλα μέρη”.

Τα παιδιά, τις μέρες της αποκριάς, παίζουν διάφορα ξεχωριστά παιχνίδια, που κάνουν θόρυβο. Μεταξύ αυτών, ξεχωριστή θέση κατέχει η Τραμπάλα, που τη στήνουν στ’αλώνια του χωριού και παίζουν όσο χρόνο διαρκούν οι αποκριές.

ΟΙ ΑΠΟΝΗΣΤΕΙΕΣ

Την τελευταία Κυριακή της αποκριάς, της Τωρινής (Τυροφάγου), μαζευόμασταν όλοι στο σπίτι του κυρ Γιάννη. Εκεί, όλοι μαζί σε μεγάλα καλοστρωμένα τραπέζια, μετά από την προσευχή του παπα Γιώργη, συμποσιαζόμασταν, αποκρέβαμε, απονηστεύαμε.

Στο τέλος τους φαγητού, βάζαμε όσοι ήμασταν, τόσα αυγά, στην αράδα, κοντά στη θρακόβολη της φωτιάς, για να ψηθούν, σύμφωνα με το έθιμο.

Αν ίδρωνε το αυγό κανενός, τον λέγαμε τεμπέλη κι αυτός διαμαρτυρόταν. Αν το αυγό κανενός έσκαγε, λέγαμε ότι έσκασαν οι εχθροί του. Όταν ψήνονταν τα τρώγαμε τελευταία, ξερά και λέγαμε : “Με αυγό σε κλείνουμε και με αυγό θα σε ανοίξουμε”, δηλαδή όλη τη Σαρακοστή δεν θα τρώμε αρτίσιμα φαγητά μέχρι το Πάσχα, που θ’ανοίξουμε τη Σαρακοστή με το κόκκινο Πασχαλινό αυγό.

Ύστερα το ρίχναμε στο γλέντι. Όλη τη νύχτα στο σπίτι του κυρ Γιάννη, γινόταν του «Κουτρούλη το πανηγύρι», από το χορό και τα τολμηρά τραγούδια.

ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ – ΚΟΥΛΟΥΜΑ

Πάνε οι αποκριές και τα γλέντια. Ήρθε η πρώτη μέρα της νηστείας, της Μεγάλης προ του Πάσχα Σαρακοστής (Τεσσαρακοστής) και η πρώτη γιορτή, η “Καθαρή Δευτέρα”. Λέγεται έτσι γιατί αρχίζει ο καθαρισμός τους σώματος με τη νηστεία και της ψυχής με την προσευχή.

Οι άνθρωποι θα ξαναγυρίσουν στην πρώτη τους αγνότητα με τη νηστεία, δηλαδή την ταφή των παθών τους κι ύστερα με την προσευχή, δηλαδή την ανάσταση των αρετών της ψυχής.

Τη μέρα τούτη, τρώμε νηστήσιμα και με κέφι γιορτάζουμε τα Κούλουμα, τα Μεθεόρτια των Απόκρεων και την έναρξη της Μεγάλης Σαρακοστής.

Όλοι οι κάτοικοι γλεντάνε στις αυλές, στους δρόμους, στην πλατεία και στ’αλώνια, μέχρι τη δύση του ήλιου, οπότε και μαζεύονται στα καφενεία, παίρνουν τον καφέ τους και δίνουν το τελευταίο αποχαιρετιστήριο γλέντι της αποκριάς.

* Από το βιβλίο του αείμνηστου Ευστάθιου I. Σταθόπουλου με τίτλο «ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΜΥΓΔΑΛΙΑ (ΓΛΑΝΙΤΣΙΑ)»

* Φωτό & video Βασίλη Κουτρουμάνου από το χωριό Βαλτεσινίκο το 2018, όπου οι γνωστές “μπούλες” βγήκαν στους δρόμους αναβιώνοντας παλαιά έθιμα!