H ομιλία του Γ. Παπαηλιού στην τιμητική εσπερίδα για τον Ν. Δημητρακόπουλο

Ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος γεννήθηκε, έζησε  και αναδείχθηκε σε μία μεταβατική αλλά και καθοριστική περίοδο για την Ελλάδα.

Η Ελλάδα, μετά την Επανάσταση του 1821, την απελευθέρωσή της από τον οθωμανικό ζυγό και τη συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους,  επεδίωξε την εθνική ολοκλήρωση, με την απελευθέρωση όλων των εδαφών που κατοικούνταν από ελληνικούς πληθυσμούς.

Ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος  βίωσε αυτή την επιδίωξη, λαμβάνοντας μέρος, ως έφεδρος δεκανέας, στον λεγόμενο «ατυχή» ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ή τον πόλεμο «της μεγάλης ντροπής», που οδήγησε σε συντριπτική ήττα και στη συνέχεια την υπαγωγή της χώρας υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Προϊόν αυτού του βιώματος, το βιβλίο του «Πολεμικά Απομνημονεύματα», με το οποίο περιγράφει τις πολεμικές εμπειρίες του και αναδεικνύει τη διαφθορά του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου και του περιβάλλοντός του, που οδήγησε, εκτός των άλλων (όπως, η παραγνώριση του συσχετισμού δυνάμεων, ο εθνικιστικός παροξυσμός, η παντελής έλλειψη στρατιωτικής προετοιμασίας κλπ) στην ήττα και  την ταπείνωση.

 

Ταυτόχρονα, και βάσει των συγκεκριμένων οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, η Ελλάδα, καταχρεωμένη με δάνεια που θυμίζουν και τον προ της τελευταίας χρεοκοπίας υπερδανεισμό και τις κατά τη μνημονιακή περίοδο (αναγκαστικές) επιβαρύνσεις,   κλήθηκε να ακολουθήσει ή το δρόμο μιάς από τις αυτονομηθείσες ή απελευθερωθείσες επαρχίες-περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας ή το δρόμο του λεγόμενου ευρωπαικού εκσυγχρονισμού, με τη δημιουργία θεσμών κράτους δικαίου, ανεξάρτητης δικαιοσύνης και ισονομίας. Αυτό το δίλημμα συμπληρώνεται με την αναζήτηση του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας και της θέσης της στο διεθνή και ευρωπαϊκό συσχετισμό δυνάμεων.

Ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος, ασχολήθηκε εις βάθος με τη νομική ως δικηγόρος και θεωρητικά-επιστημονικά. Στο πόνημά του «Νομικαί Ενασχολήσεις» παραπέμπουν νομικοί της πράξης και της θεωρίας.

 

Η πολιτική σταδιοδρομία του ξεκίνησε από την Αρκαδία. Στις εκλογές της 26 ης Μαρτίου.1906 δεν εξελέγη βουλευτής. Γι΄ αυτό και δεν δέχτηκε να γίνει υπουργός στην κυβέρνηση Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Η πίστη του στον  κοινοβουλευτισμό και τη λαΐκή βούληση αποτυπώνεται σ΄ αυτή την άρνησή του. Ήταν στάση ζωής.   Στις εκλογές της 8ης Αυγούστου 1910 εξελέγη βουλευτής.   Συνέπραξε με το κόμμα του Ε. Βενιζέλου  στις 6 Οκτωβρίου 1910 διορίστηκε υπουργός Δικαιοσύνης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο

 

Σήμερα, στον αντίποδα, η υπουργοποίηση εξωκοινοβουλευτικών προσώπων, ακόμη και «εισαγόμενων» από το εξωτερικό και η πρωθυπουργοποίηση κάποιων τέτοιων προσώπων  δείχνει εκτός από έλλειψη εμπιστοσύνης προς τα κοινοβουλευτικά πρόσωπα, και έλλειψη σεβασμού προς τη λαϊκή βούληση. Κυρίως όμως αναδεικνύει  μία μεταδημοκρατική αντίληψη, με την κυριαρχία εκτός πολιτικής προσώπων που δεν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον αλλά αλλότρια συμφέροντα.

Στην Αναθεωρητική Βουλή του 1911, ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος, παρουσίασε ένα σχέδιο συνταγματικών παρεμβάσεων, που περιελήφθησαν στο Σύνταγμα του 1911, θέτοντας τις βάσεις του σύγχρονου ελληνικού κράτος, «προς οργάνωσιν και εμπέδωσιν του κράτους δικαίου και γενικώς του στοιχείου του φιλελευθερισμού εις το δημοκρατικόν πολίτευμα» (Αλέξανδρος Σβώλος) «εναντίον της απαισίας συναλλαγής» (Στρατιωτικός Σύνδεσμος) και του προγράμματος της «γενικής ανορθώσεως» που προωθούσε ο Ε. Βενιζέλος.

Ειδικότερα, με το Σύνταγμα του 1911 :

Κατοχυρώνεται η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, προωθούνται η δικαστική ανεξαρτησία με την ισοβιότητα των δικαστών  και την ίδρυση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, του οποίου η δικαιοδοσία και αρμοδιότητα επικεντρώνονται στην προστασία των δικαστικών λειτουργών από έξωθεν παρεμβάσεις κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου τους, κυρίως δε στην αξιοκρατική αντιμετώπισή τους κατά την υπηρεσιακή διαδρομή τους, μέσω της οποίας καθορίζεται η εξέλιξη  της σταδιοδρομίας τους, η φορολογική ισότητα, η αναγκαστική απαλλοτρίωση όχι «δια δημοσίαν ανάγκην» αλλά «διά δημοσίαν ωφέλειαν», ώστε να διευκολυνθεί η αποκατάσταση των ακτημόνων και έτσι να δημιουργηθεί μία τάξη μικροιδιοκτητών, παραπέμποντας στον Μαρίνο Αντύπα και στους αγώνες των κολλήγων του θεσσαλικού κάμπου (Κιλελέρ) κλπ.

 

Το νομοθετικό έργο του Νικολάου Δημητρακόπουλου ως Υπουργού Δικαιοσύνης  αποσκοπεί στην προώθηση του κράτους δικαίου, της ισονομίας και  της κοινωνικής συνοχής. .

Οι νόμοι που ψηφίστηκαν επί της υπουργίας του αντανακλούν το μεταρρυθμιστικό πνεύμα της πρώτης κυβέρνησης του Ε. Βενιζέλου. Βρίσκονται στον αντίποδα των  αντιμεταρρυθμιστικών ρυθμίσεων των μνημονιακών χρόνων αλλά και αυτών της σημερινής κυβέρνησης.   

 

Η αναγνώριση του έργου των δικαστικών λειτουργών, η απομάκρυνση από το δικαστικό σώμα των «αναξίων στοιχείων» (η κάθαρση του Σώματος από τα «ανάξια στοιχεία»), η αύξηση των αποδοχών τους, απετέλεσαν μέτρα για την ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης.

Το νομοθετικό έργο του Νικολάου Δημητρακόπουλου που συνδέεται με την οργάνωση και την λειτουργία της Δικαιοσύνης και την επικράτηση της αρχής της νομιμότητας, είναι άξιον ιδιαίτερης μνείας και προωθήθηκε εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος, 2 χρόνων περίπου .

Ενδεικτικά αυτό εξειδικεύεται :

Στην κατοχύρωση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών

Στους νόμους, οι οποίοι έθεσαν το νέο δικονομικό πλαίσιο επίλυσης των διαφορών, μέσω το οποίου, ανανεώθηκε  και εκσυγχρονίστηκε η Πολιτική Δικονομία.

Στο νόμο «περί Δικηγόρων». Πρόκειται για τον πρώτο, ουσιαστικά, «Κώδικα Δικηγόρων», μέσω του οποίου τέθηκαν τα θεμέλια άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος υπό όρους, κατά τους οποίους ο δικηγόρος αναγνωρίζεται ως συλλειτουργός της δικαιοσύνης, αναφερόμενος πάντα στα έννομα συμφέροντα του εντολέα του.

 

Σήμερα η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης βάλλεται. Οι έξωθεν εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας παρεμβάσεις είναι τέτοιες, ώστε και το κύρος της (της Δικαιοσύνης) να έχει τρωθεί και η λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών να τίθεται εν αμφιβόλω. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία των δικαστικών λειτουργών τιμούν το ρόλο και την αποστολή τους.

Στο νομοθετικό έργο του Νικολάου Δημητρακόπουλου περιλαμβάνεται και ο νόμος «περί συμβατικού τόκου και τοκογλυφίας», μέσω του οποίου οργανώθηκε, για πρώτη φορά, η βάση  με στόχο την πάταξη κάθε μορφής αισχροκέρδειας κατά τις συναλλαγές, ιδίως δε της τοκογλυφίας.

 

Σήμερα, η κυριαρχία του τραπεζικού κεφαλαίου έχει επιβάλει ένα σύστημα στο πλαίσιο του οποίου απομυζάται και η τελευταία ικμάδα της οικονομίας και της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.

 

Επιπλέον στο νομοθετικό έργο του περιλαμβάνονται και νόμοι, με φιλεργατικό πρόσημο, οι οποίοι θέσπιζαν μεγάλης κοινωνικής σημασίας διατάξεις για τις συνθήκες εργασίας και τα εργατικά δικαιώματα.

Ειδικότερα :

Ο νόμος «περί υγιεινής και ασφαλείας εργατών», μέσω του οποίου προσδιορίσθηκαν επακριβώς οι εργοδοτικές υποχρεώσεις για τις  εγγυήσεις που πρέπει να διασφαλίζονται στις οιασδήποτε μορφής εργασιακές σχέσεις, προκειμένου να μην τίθεται εν κινδύνω η υγιεινή και η ασφάλεια των εργαζόμενων στον χώρο εργασίας.

 

Ο νόμος «περί διαφορών εργαζομένων και εργοδοτών», μέσω του οποίου καθορίσθηκαν τα δικονομικά δικαιώματα εργοδοτών και εργαζομένων κατά την επίλυση των μεταξύ τους εργατικών διαφορών, με έμφαση στα δικαιώματα των εργαζομένων, λόγω της αδύναμης οικονομικής θέσης τους. Και επιπλέον προωθείτο η επιτάχυνση της επίλυσης των εργατικών διαφορών, έτσι ώστε να αποτρέπεται η βραδεία απονομή της Δικαιοσύνης και, εντέλει η αρνησιδικία, που λειτουργούν, κατ’ αποτέλεσμα, υπέρ των εργοδοτών και εις βάρος των εργαζομένων.

 

Και ο νόμος «περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων», ο οποίος θέσπισε πρωτόγνωρες για την εποχή εγγυήσεις προς δύο κατευθύνσεις : Αφενός προς την κατεύθυνση της προστασίας των γυναικών κατά την παροχή εξαρτημένης εργασίας, έτσι ώστε να προστατεύεται η γυναίκα ως εργαζόμενη αλλά και ως θεμέλιο της οικογένειας, με την πρόβλεψη, για πρώτη φορά, των αδειών τοκετού και λοχείας. Και, αφετέρου, προς την κατεύθυνση της προστασίας των ανηλίκων στο πεδίο της εργασίας, μέσω της θέσπισης, κλιμακωτά κατά ηλικία, είτε της πλήρους απαγόρευσης συγκεκριμένων μορφών εργασίας, επικίνδυνων για ανηλίκους, είτε του σεβασμού συγκεκριμένων κανόνων εργασίας, οι οποίοι συνάδουν με την εκ μέρους του ανηλίκου παροχή εργασίας υπό κατάλληλες συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας.

Σήμερα το εργατικό δίκαιο τίθεται εκποδών. Το αποδεικνύουν, οι τελευταίες  ρυθμίσεις, όπως η συμφωνία μεταξύ του Υπουργείου Εργασίας και του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος για την απασχόληση παιδιών άνω των 16 ετών που διαβιούν σε δομές φροντίδας ανηλίκων σε ξενοδοχειακές μονάδες, χωρίς εγγυήσεις προστασίας και δικαιώματα, όπως επίσης η ταξινόμηση των εργαζομένων σε ψηφιακές πλατφόρμες ως αυτοαπασχολούμενων (με συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών) που τους στερεί την πρόσβαση-την υπαγωγή στην εργατική νομοθεσία, στα εργασιακά δικαιώματα και στην κοινωνική προστασία – η κοινωνική κατακραυγή και η κοινωνική κινητοποίηση των τελευταίων ημερών οδήγησαν σε υποχώρηση της εργοδότριας εταιρείας που αναγκάστηκε να προχωρήσει σε σύναψη συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου με τους συγκεκριμένους εργαζόμενους και να δεσμευτεί σε αναδιαμόρφωση των κριτηρίων αξιολόγησης. Βέβαια χρειάζεται και η θεσμική κατοχύρωση της θέσης τους.

Το γεγονός ότι το εργατικό δίκαιο απορρυθμίζεται, αποδεικνύεται και με σωρεία ρυθμίσεων των τελευταίων δύο χρόνων που αμβλύνουν μέχρις εξαφάνισης τον προστατευτικό χαρακτήρα του.

 

Εξάλλου παρότι «έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι», με την εξέλιξη του εργατικού δικαίου προς την κατεύθυνση της θεσμοθέτησης του συλλογικού εργατικού δικαίου, προκειμένου να αμβλυνθεί η διαφορά διαπραγματευτικής ισχύος μεταξύ της εργοδοτικής πλευράς και αυτής των εργαζομένων, τα τελευταία χρόνια (τα μνημονιακά και τα δύο τελευταία),  το συλλογικό εργατικό δίκαιο και η διαπραγμάτευση σε συλλογικό επίπεδο υποχωρεί και οι όροι εργασίας παραδίδονται στην ατομική σύμβαση εργασίας όπου η διαπραγματευτική ισχύς της μιάς πλευράς της, της πλευράς της εργασίας είναι αδύναμη. Δεν πρόκειται για διαπραγμάτευση αλλά για επιβολή των όρων εργασίας από την εργοδοτική πλευρά.

 

Συμπερασματικά, ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος εκτός από ρηξικέλευθος υπήρξε και αποτελεσματικός πολιτικός.

Αλλά και πολιτικός-υπόδειγμα εντιμότητας και ήθους.

Η ηθική δεν ταυτίζεται με την πολιτική. Όμως η άσκηση πολιτικής χωρίς ηθική, της αφαιρεί το στοιχείο  της επιδίωξης προσφοράς προς το κοινωνικό σύνολο.

 

Διαχρονικά, η συσχέτιση της (δημόσιας) οικονομικής ζωής και της (ιδιωτικής) οικονομικής-επιχειρηματικής δράσης, η κατάχρηση δημοσίων αξιωμάτων προκειμένου να υπάρξει ιδιωτικό όφελος, η οικονομική δράση χωρίς φραγμούς ή με φραγμούς που παρακάμπτονται ή με τη χρήση αθέμιτων μέσων και την εκμετάλλευση όλων των μέσων,  συνιστούν φαινόμενα διαφθοράς.

Περί τα τέλη του 19 ου αιώνα και τις αρχές του 20 ου, την εποχή κατά  την οποία έδρασε ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος, παράνομες οικονομικές δραστηριότητες εντοπίζονταν ενδεικτικά στην κιβδηλεία των μεταλλικών νομισμάτων, στην παραχάραξη των χαρτονομισμάτων, στην  εκμετάλλευση (τον προσπορισμό) των δημοσίων προσόδων-των κρατικών εσόδων  με την ενοικίασή τους από κάποιους ισχυρούς, ιδίως από ομογενείς επιχειρηματίες χρηματιστηριακά παιχνίδια κ.α.

 

Και σε πολιτικό επίπεδο, διαβλητά εκλογικά συστήματα, νοθεία των εκλογικών αποτελεσμάτων, ρουσφετολογία με την εξαγορά ψήφων κλπ ήταν οι μέθοδοι που καθιστούσαν το πολιτικό σύστημα διαβλητό.

 

Σήμερα  είναι στην ημερήσια διάταξη σκάνδαλα,  μίζες, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, υπόγειες διαδρομές μέσω υπεράκτιων εταιριών κτλ. Όλα αυτά αποτελούν   έκφανση των φαινομένων της διαφθοράς και ειδικότερα της διαπλεκόμενης διαφθοράς, η οποία συνδέεται με αδιαφανείς σχέσεις και συναλλαγές μεταξύ πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Το τρίγωνο,  τράπεζες, συστημικά μέσα μαζικής ενημέρωσης (ή μάλλον παραπληροφόρησης και προπαγάνδισης υπέρ των μεγάλων και ισχυρών και φίμωσης κάθε διαφορετικής άποψης) και τα κατεστημένα πολιτικά κόμματα (ας μη λησμονείται, ότι τα πολιτικά κόμματα του πάλαι ποτέ δικομματισμού  έχουν λάβει «δανεικά και αγύριστα» από τις Τράπεζες) είναι ένας από τους λόγους της χρεοκοπίας της χώρας και της υπαγωγής της στα «μνημόνια».

Η διαπλοκή και η διαφθορά   αποτελούν εκδήλωση παθογένειας της δημόσιας ζωής. Πέραν της ηθικής διάστασής της, που συνεπάγεται ηθική απαξία των σχετικών πράξεων και των εμπλεκομένων προσώπων, έχει και πολιτική-οικονομική διάσταση.

 

Μέσω της διαπλοκής και της διαφθοράς εκτρέπονται πόροι από παραγωγικά χρήσιμες και αποτελεσματικές δράσεις, τους οποίους ιδιοποιούνται οι μεγάλοι και ισχυροί. Προκαλείται  αφαίμαξη πλούτου εις βάρος της άσκησης αναπτυξιακών πολιτικών και απώλεια αναπτυξιακών ευκαιριών,  υποβάθμιση του δημόσιου χώρου, αγνόηση του δημοσίου συμφέροντος και συνακόλουθα πρόκληση βλάβης σ΄ αυτό.

Με υπόβαθρο τη διαπλοκή και τη διαφθορά αναπτύσσονται συναλλαγές μαύρου πολιτικού χρήματος, που στρεβλώνουν ή και ακυρώνουν τα δημοκρατικά στοιχεία του πολιτεύματος, αν ληφθούν υπόψη οι οικονομικές δυνατότητες και επομένως οι δυνατότητες επιρροής των εμπλεκομένων σε τέτοιου είδους συναλλαγές κομμάτων και πολιτικών προσώπων.

 

Επιπλέον, η διαπλοκή και η διαφθορά ακυρώνουν το κράτος δικαίου, αφού δεν τηρούνται οι κανόνες και διαμορφώνονται όροι αθέμιτου ανταγωνισμού.

 

Και βέβαια, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος, αφού η κοινωνική ισότητα και η κοινωνική δικαιοσύνη αποτελούν εξ ορισμού βάρη για όσους επιδίδονται σε τέτοιου είδους πρακτικές.

 

Χωρίς αμφιβολία το θεσμικό πλαίσιο κατά της διαφθοράς αποτελεί σημαντική παράμετρο για την αντιμετώπισή της. Όμως εξίσου σημαντική παράμετρο αποτελεί και η «λειτουργία»-η συμπεριφορά των πνευματικών ανθρώπων και των πολιτικών ως προτύπων της νέας γενιάς. Στην εποχή της ηλεκτρονικής κυριαρχίας, τέτοια πρότυπα-στηρίγματα είναι «είδος εν ανεπαρκεία», αφού μάλιστα το γενικότερο κλίμα δεν ευνοεί αυτές τις «λειτουργίες».

Η ιστορική περίοδος εντός της οποίας έδρασε ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος  είναι διαφορετική από τη σημερινή, και από πλευράς αντικειμένου των οικονομικών κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων και από πλευράς των οικονομικών μεγεθών που αναπτύσσονται και διακυβεύονται.

Ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος,  στη διαδρομή του δημόσιου βίου του, εξέπεμψε αξιοπρέπεια, εντιμότητα, ακεραιότητα, ήθος και αποτέλεσε φωτεινό   παράδειγμα αδιάφθορου, αδέκαστου,  και αμερόληπτου πολιτικού, με συνέπεια λόγων και έργων, αίσθηση καθήκοντος και υπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.

Το παράδειγμά του  συνιστά για τον πολιτικό κόσμο-το πολιτικό σύστημα ευκαιρία ενδοσκόπησης και αναθεώρησης αθέμιτων και προκλητικών πρακτικών και συμπεριφοράς, ώστε να αποκατασταθεί η διαρραγείσα σχέση εμπιστοσύνης του με την κοινωνία.

Με την εσπερίδα προς τιμήν της μνήμης του Νικολάου Δημητρακόπουλου τιμάται και η γενέτειρά του, η Καρύταινα. Τιμώνται η Γορτυνία, της οποίας, ως επαρχίας, η Καρύταινα υπήρξε η πρώτη πρωτεύουσα, η Μεγαλόπολη, στο Δήμο της οποίας σήμερα ανήκει  και ευρύτερα η Αρκαδία.