Λαογραφικά σημειώματα: Τα Πασχαλινά κόκκινα αυγά

Το έθιμο των Πασχαλινών κόκκινων αυγών είναι παμπάλαιο, ειδωλολα-τρικό. Όλοι οι αρχαίοι λαοί, κατά τις εορτές της άνοιξης, έβαφαν τ’αυγά κόκκινα με το χρώμα του αίματος και της ζωής. 0 χρόνος παλιά, άρχιζε την άνοιξη, δηλαδή από τον Μάρτη, που γιορτάζαν τις γιορτές της άνοιξης και τότε έβαφαν τ’αυγά κόκκινα.

Το βάψιμο λοιπόν των κόκκινων αυγών πέρασε από τις γιορτές της ειδωλολατρίας, στις γιορτές της Χριστιανοσύνης. Έτσι, από σύμβολο της γονιμότητας, που μας φέρνει η άνοιξη, έγινε το σύμβολο των παθών και της Ανάστασης του Κυρίου.

Τα βάφουν το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης και βάφουν πρώτα όσα γέννησαν οι κότες τη μέρα τούτη και τα τοποθετούν στο εικονοστάσι και ύστερα βάφουν των άλλων ημερών. Είναι γούρι κι ευτυχία, όταν οι κότες γεννήσουν τη Μεγάλη Πέμπτη.

Τις μέρες του Πάσχα δίνουμε στα φτωχά παιδιά και σ’όλους κόκκινα αυγά. Κι ο Δεσπότης στον κόσμο που πάει στο Επιοκο-πείο του, μετά τη Δεύτερη Ανάσταση (Αγάπη), να του ευχηθεί τους δίνει ένα κόκκινο αυγό κι ένα κουλούρι. Το ίδιο κάνει κι ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων σ’όσους τον επισκέπτονται τις μέρες τούτες και στους Χατζήδες.

Λένε ότι δύο χιλιάδες (2000) αυγά και δώρα, πρόσφερε κι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, στο Βεζύρη, για να πάρει άδεια και να γιορτάσουν με χαρές, και λαμπριάτικα φορέματα, οι σκλαβωμένοι Έλληνες το Πάσχα.

Μια χριστιανική δοξασία μας λέει ότι όταν έμαθε την Ανάσταση του Χριστού η Μαρία η Μαγδαληνή, είχε στην ποδιά της μερικά αυγά κι έτρεξε και το είπε στον Απόστολο Πέτρο, που δεν το πίστεψε και της είπε:

– “Τότε θα το πιστέψω, αν οι κότες κάνουν κόκκινα αυγά”. Άνοιξε τότε την ποδιά της και τ’αυγά ήταν κόκκινα.

Μια άλλη παράδοση λέει ότι: Όταν αναστήθηκε ο Χριστός και το’μαθε μια Χριστιανή, συνάντησε μια Εβραία, που είχε μερικά αυγά στην ποδιά της και της είπε για την Ανάσταση του Χριστού. Η Εβραία δεν πίστευε και της είπε: “Τότε θα το πιστέψω, αν γίνουν τ’αυγά που’χω στην ποδιά μου κόκκινα”. Απλωσε την ποδιά της και τ’αυγά είχαν βαφτεί, δια θαύματος, κόκκινα.

* Από το βιβλίο του αείμνηστου Ευστάθιου I. Σταθόπουλου με τίτλο:

«ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΜΥΓΔΑΛΙΑ (ΓΛΑΝΙΤΣΙΑ)»