** Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδος “Γορτυνία”
Στην παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίνας Διαμαντοπούλου «Μνήμες και Γεύσεις της Γορτυνίας» ένας εκ των ομιλητών ήταν ο Ταγματάρχης ε.α., γεωπολιτικός επιστήμων Γεώργιος Πραχαλιάς. Ο ίδιος προσέγγισε το βιβλίο μέσα από μια διαφορετική αλλά πολύ ιδιαίτερη οπτική γωνία. Συγκεκριμένα ήθελε να αναδείξει τη γεωπολιτική σημασίας της τοπικής γαστρονομίας στην εθνική ταυτότητα και στην πολιτισμική ισχύ του έθνους. Μάλιστα επεσήμανε ότι η εθνική ταυτότητα δεν είναι ποτέ στατική, αλλά εξελίσσεται μέσα στο χώρο και για αυτό πρέπει να ενισχύεται και να καλλιεργείται!
Παραθέτουμε κάποια ενδιαφέροντα σημεία από την ομιλία του:
«Η ουσιαστική προσέγγιση της πολιτισμικής ισχύος και της ταυτότητας ενός έθνους αναζητά στοιχεία βαθύτερα από τη γλώσσα και από τη θρησκεία, αναζητά τις βασικές εκείνες ταυτοτικές πληροφορίες που κατοικούν και στη γλώσσα και στη θρησκεία, αλλά και σε μια σειρά από άλλες εκφάνσεις της συλλογικής ύπαρξης: το τραγούδι, το χορό, τη μουσική, τα ήθη και τα έθιμα, τις οικογενειακές παραδόσεις, την εντοπιότητα, τη σχέση με τη φύση και τέλος, τη γαστρονομία. Με αυτή την προσέγγιση, η γλώσσα και η θρησκεία ως στοιχεία ταυτότητας μετατρέπονται από απόλυτα κριτήρια σε υποδοχείς του «ζωτικού πολιτισμικού υλικού».
Και γιατί αυτά τα ασυναίσθητα «ζωτικά πολιτισμικά υλικά» όπως τα ονομάζει η γεωπολιτική είναι πανίσχυρα; Γιατί διαθέτουν τα δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά ισχύος που ψάχνει η γεωπολιτική: Έχουν ανθεκτικότητα (resilience) αλλά και επαναληπτικότητα (redondance) της εθνικής πληροφορίας, που εξασφαλίζει την επιβίωση και τη συνέχεια. Η ανθεκτικότητα αφορά στη δυσκολία να εξαφανισθούν τα ζωτικά πολιτισμικά υλικά και η επαναληπτικότητα αφορά στη δυνατότητα άμεσης επαναφοράς τους.
Θα δώσω ένα απλό παράδειγμα και να εξηγήσω τη σχέση όσων είπα με το βιβλίο που αφορά στις γεύσεις και στις μνήμες της Γορτυνίας: Σκεφτείτε ένα μικρό παιδάκι που έχει εικόνα από τη γιαγιά του στο παραγώνι του σπιτιού της σε ένα μικρό χωριό της Γορτυνίας να μαγειρεύει παστό, καγιανά ή τραχανά και να το πιέζει να φαει για να τηλωθεί και να του φύγει η ξενιστικομάρα όπως λέμε στη Γορτυνία. Ακόμη αν το παιδάκι αυτό δεν ξαναπατήσει ποτέ στο χωριό και μετά από πενήντα χρόνια βρεθεί σε ένα σπίτι στη Νέα Υόρκη της Αμερικής και δοκιμάσει παστό καγιανά ή τραχανά, θα αναγνωρίσει αμέσως τη γεύση και θα έρθουν αστραπιαία στο νού του οι εικόνες από το παραγώνι της γιαγιάς στο χωριό της Γορτυνίας και η προσπάθειά της να το τηλώσει και να το γλυτώσει από τη ξενιστικομάρα.
Το ίδιο ισχύει με τους στίχους από δημοτικό τραγούδι που άκουσε κάποτε, με τον ήχο από το κλαρίνο ή από ένα τσάμικο που είδε να χορεύουν κάποτε στο χωριό. Αυτό είναι η ανθεκτικότητα αλλά και η επαναληπτικότητα στο ζωτικό πολιτισμικό υλικό που αφορά και τη γαστρονομία. Όσα έθνη διαθέτουν αυτά τα δύο στοιχεία στην εθνική τους ταυτότητα είναι πολιτισμικά πανίσχυρα και η ιστορία έρχεται να επιβεβαιώσει τη διαπίστωση της γεωπολιτικής ότι αυτά τα έθνη μόνο με έναν τρόπο υπάρχει περίπτωση να τα υποτάξεις: Μόνο με γενοκτονία! Και αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι κατακτητές που πέρασαν από τη Γορτυνία επιχείρησαν γενοκτονίες στον πληθυσμό της. Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που θέλησα να προσεγγίσω το βιβλίο αυτό με γεωπολιτικούς όρους, για να καταδείξω την τεράστια σημασία του. Γιατί οι γεύσεις που καταγράφονται σε αυτό το βιβλίο ιχνογραφούν και την αλυσίδα των μακραίωνων πολιτισμικών επιρροών και των μεταλλαγών που υποδέχθηκαν αλλά και αφομοίωσαν οι κάτοικοι της Γορτυνίας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Η Γορτυνία είναι λανθασμένος γεωγραφικός προσδιορισμός και δεν αποδίδει το εύρος και το βάθος του ιστορικού αλλά και του πολιτισμικού της φορτίου. Μπορεί να προέρχεται από την αρχαιότητα και την αρχαία Γόρτυνα, αλλά μετεξελίχθηκε στη Ρωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή Μεσσαρέα, με τις πάμπολλες επιδρομές και εποικίσεις από Αβάρους, από Σλάβους, από αλβανόφωνους, μετεξελίχθηκε στο Φράγκικο Δρόγγο των Σκορτών και τη Βαρωνία της ’Ακοβας, στο βυζαντινό θέμα της Καρύταινας, που κατά τη γνώμη μου εκφράζει πλήρως τη γεωγραφική και πολιτισμική ταυτότητα της Γορτυνίας, που διατηρήθηκε επί Ενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας (και εγώ Καρυτινός είμαι, από το Χρυσοβίτσι).
Όλες αυτές οι επιρροές δημιούργησαν αυτό το ανεπανάληπτο πολιτισμικό ίζημα που υπάρχει στη Γορτυνία και διαμόρφωσε αυτό το ιδιαίτερο ελληνικό φύλλο, θα μου επιτρέψετε, με πολύ αγάπη, να πω τη σπάνια αυτή ράτσα των ανθρώπων της, τους δαίμονες Γορτύνιους. Γιατί όποιος συναναστραφεί Γορτύνιο και ειδικά αν ζήσει τη γορτυνιακή οικογένεια, θα συμφωνήσει ότι αυτοί δεν είναι απλοί άνθρωποι, δαίμονες είναι! Και δεν υπάρχει ιδανικότερος τρόπος για να καταλάβεις το γορτύνιο και την οικογένειά του, από το να παρακαθίσεις μαζί τους στο οικογενειακό τραπέζι και να σε μυήσουν στις μνήμες και στις γεύσεις της Γορτυνίας»




