Το Δ.Σ του Ιδρύματος Τσάκαλου με ικανοποίηση ανακοινώνει την αγορά από το Ίδρυμα της πρώην οικίας Τσάκαλου στην Κοντοβάζαινα Γορτυνίας. Στην οικία αυτή γεννήθηκε ο μεγάλος ευεργέτης Γεώργιος Τσάκαλος που ανακατασκευάστηκε από αυτόν την δεκαετία 1960 και έμενε όταν πήγαινε στην αγαπημένη του Κοντοβάζαινα τακτικά.
Το Δ.Σ τα τελευταία χρόνια είχε θέσει σε προτεραιότητα την επανάκτηση της οικίας η οποία μετά τον θάνατο του Γ. Τσάκαλου είχε περιέλθει στους συγγενείς του (αδελφές του) και στη συνέχεια πουλήθηκε στον Φώτη Κοκκίνη.
Τα τελευταία χρόνια είχε εγκαταλειφθεί και σήμερα βρίσκεται σε κακή κατάσταση. Χρειάστηκε προσπάθεια δυο ετών από το Ίδρυμα για την τακτοποίηση πολλών νομικών και πολεοδομικών προβλημάτων που εμπόδιζαν την ολοκλήρωση της μεταβίβασης.
Το Δ.Σ. ευχαριστεί όλους όσους συνέβαλαν στην τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων και ιδιαίτερα τον ιδιοκτήτη της οικίας Φώτη Κοκκίνη που ανταποκρίθηκε στο αίτημα αγοράς της οικίας από το Ίδρυμα και βοήθησε όσο μπορούσε στην ευτυχή κατάληξη της υπόθεσης.
Το Δ.Σ. στη συνέχεια θα προβεί σταδιακά στην ανακαίνιση της οικίας με σκοπό την λειτουργία γραφείου και μουσείου Γεωργίου Τσάκαλου που θα περιέχει προσωπικά αντικείμενα των Ιδρυτών, τα βιβλία του, αλλά και οτιδήποτε θα θυμίζει την πολυτάραχη ζωή του σπουδαίου αυτού ανθρώπου ως, επιχειρηματία, λογοτέχνη και πολιτικού.
Σημειώνουμε ότι το Ιδρυμα, μετά από αγώνες που κράτησαν 15 και πλέον χρόνια, αξιοποίησε την περιουσία του, με αποτέλεσμα από πέρυσι να έχει ετήσια εξόδα περίπου 300.000 ευρώ, τα οποία διατίθεται για υποτροφίες, βοήθεια σε αναξιοπαθούντες και κυρίως κοινωφελή έργα στην Κοντοβάζαινα. Διοικείται από 7μελές Συμβούλιο με διατελέσαντες Προέδρους τους: Γ. Καραμητσάνη (+), Γεώργιο Πρωτοπαπά (+), Κωνστ. Καλύβα και έως σήμερα του Δημ. Τσούνη.
* Ο αείμνηστος Γεώργιος Τσάκαλος , ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας, πολυγραφώτατος συγγραφέας, αλλά και πολιτικός, εκλεγείς μάλιστα Βουλευτής Αρκαδίας με το άλλοτε
κόμμα του Μαρκεζίνη. Αναρίθμητες οι μεγάλες δωρεές του στην Κοντοβάζαινα και εν ζωή και τώρα με το ομώνυμο Κοινωφελές Ιδρυμά του.
Το πατρικό του σπίτι
Για το σπίτι που γεννήθηκε, στην αρχική του μορφή αναφέρεται ως εξής στο βιβλίο του «Δραπέτης της Φτώχειας» ως εξής:
*****
ΤΙ ΤΑ ΘΕΛΕΤΕ όμως. ’Ήμαστε πολύ φτωχοί. Στη σκεπή του σπιτιού μας οι καπνιές είχαν από την πολυκαιρία μουσκλιάσει και κρέμονταν από τις μαχιές και τα πέταυρα, σαν παλιοκούρελα, έτοιμες να πέσουν άμα φύσαγε δυνατός αέρας! ’Αριστερά κατά τον τοίχο της πόρτας ήτανε κρεμα- σμένο σ’ ένα παλαιϊκό καρφί το εικονοστάσι με την Πανα- γία, ένα μπουκαλάκι με αγιασμό, ένα σπειρί λιβάνι κι ένα κρασοπότηρο για καντήλι. Στην κάτω πλευρά του σπιτιού βρισκόταν πάντα αδειανό το αμπάρι μας, ένα στενόμακρο, σκοροφαγωμένο από την πολυκαιρία παλιοκάσονο, που κού- πωνε δύο ξεκάρφωτες τάβλες.
Τις μεγάλες ημέρες η μάνα μου έστρωνε το καλό κιλίμι απάνω του και το σπίτι φαινότανε γιορτινό. Στη μια άκρη η σανίδα κατάληγε σε δύο ξύλα, που εξέχανε από το κούπωμα και κεί κρεμάγαμε τα τράστα. Ένα απ’ αυτά τα ξύλα τα είχε κάποτε δαγκώσει ο πατέρας μου, όταν τον είχε δαγκωμένο σκορπιός και δεν έβρισκε ησυχία από τους πόνους! Την κράταγαν δύο γειτόνοι κι η μάνα μου, για να τον πιθώσουν απάνω στ’άμπάρι κι εκείνος γύρισε ξαφνικά κι έκοψε ένα κομμάτι από το κρεμαστάρι τ’ άμπαριού ΄ με τα δόντια του. Εγώ δεν είχα γνωρίσει τον πατέρα μου. Αύτό όμως το επεισόδιο κι άλλα περίεργα, που μου διηγόταν η μάνα μου, τον έκαναν στη φαντασία μου να παίρνη διαστάσεις μεγαθηρίου. Τον φανταζόμουνα κοτζάμ θεριό, μέχρι κει πάνω, όσο τρεις μεγάλοι γειτόνοι μαζί. Στην απέναντι πλευρά του σπιτιού κρεμότανε η πιατοθήκη με πέντ’έξη μπιρμπιλά πιάτα για κανένα μουσαφίρη, κάνα δύο σαγάνια και το περιβόητο τάσι το δικό μου. Πολλά χαρίσματα είχε αυτό το τάσι και δεν τ’αποχωριζόμουνα ποτέ. Πρώτα πρώτα χώραγε πιο πολύ από τα σαγά νια και δεν το πιανε το μάτι σου, γιατί ήταν βαθουλό. Πόσες φορές δεν είχε γελαστεί η μάνα μου Γλυκερία κενώνοντας το φαί! Κι έπειτα γιατί το γάνωνα συχνά τζάμπα στο γανωτζή, που τον βόηθαγα να γιαλίζη με άμμο τα χαλκώματα. Κι έτσι πάντα αστραφτοκόπαγε στην πιατοθήκη σαν το καλύτερο αναχρικό του σπιτιού. Αυτά ήταν όλα -όλα τα μόμιλα του σπιτιού. Χάμω το πάτωμα ήταν από γλίνα! Μια χωματένια λάσπη ανακατωμένη με… γουρουνότριχες, για να μην ξεφτάει με το σάρωμα. Κάθε χρόνο διορθώναμε τις γούβες που γινόσαντε εδώ κι εκεί. Η σκεπή απάνω είχε χοντρές πέτρινες πλάκες, αντί για κεραμίδια και το χειμώνα έσταζε μέσα στο σπίτι το νερό της βροχής, μ’ όλα τα γυρίσματα που του κάναμε. Ηταν το φτωχικό μας, ένας χώρος απλός και χωρίς χωρίσματα και χωρίς …πολυτέλειες όπως των αλλονών συγχωριανών μας
*Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδος “Γορτυνία”





