
Ο Αλωνάρης (Ιούλιος) είναι στο τέλος του. Τα γεννήματα έχουν αλωνιστεί «η αποθηκεύονται. Οι αποθήκες δεν είναι άλλες από κασόνια, ματαράτσια (υφαντά μεγάλα σακιά από μαλλί σπάρτου), λινάτσες και κουρελούδες ραμμένες σε σακιά. Καιρός οι ταλαιπωρημένες Γορτύνιες να πάρουν μια ανάσα. Κι αυτό όχι βέβαια για πολύ, γιατί πρέπει να φροντίσουν για το μάζεμα του σπάρτου και την επεξεργασία αυτού. Λίγοι ήταν εκείνοι που είχαν πρόβατα κι έβγαζαν μαλλί να καλύψουν τις ανάγκες της οικογένειας και τις προίκες των κοριτσιών. Οι υπόλοιποι χρησιμοποιούσαν σπάρτο κι ελάχιστο λινάρι. Με το υλικό αυτό δεν έφτιαχναν μόνο είδη οικιακής χρήσεως αλλά κι ενδύματα. Έγνεθαν το σπαρτόμαλλο και το λινάρι πολύ ψιλό με το αδράχτι, δηλαδή στημόνι όπως και το ζωικό μαλλί, να μπορεί να πλέκεται. Με το ένα βελόνι έπλεκαν συνήθως τις μπελερίνες (μπέρτες Γαλλικού τύπου) και βελέσια (φούστα πλεγμένη μ’ ένα βελόνι ή και δύο, πάντα σε γραμμή άλφα και σε χρώμα κατά προτίμηση μαύρο, καφέ, γκρενά ή το φυσικό του χρώμα). Για τον αργαλειό, το νήμα γνεθόταν με τη δρούγα και λεγόταν υφάδι. Με αυτό έκαναν τα υφαντά στον αργαλειό, όπως χαλιά, σκεπάσματα, δισάκια για τη σπορά, σακιά για το μύλο, τράιστα, ματαράτσια (στρώματα για τα κρεβάτια τα οποία τα γέμιζαν με σάλμη – άχυρο από βρώμη ή κριθάρι, ή με πούσια, φύλλα που τύλιγαν το αραποσίτι).
Το σπάρτο ήταν ένα είδος πρώτης ανάγκης γι’ αυτό και η συγκομιδή του ήταν απαραίτητη. Από τα ορεινά χωριά της Γορτυνίας, οι γυναίκες κατέβαιναν όσο πιο πεδινά γινόταν, συνήθως σας παρόχθιες περιοχές των ποταμών Λάδωνα, Αλφειού, Ερυμάνθου και Λουσίου. Εκεί, εκτός ότι υπήρξαν πάρα πολλά σπαρτά, ήταν εύρωστα και μακρύκλωνα. Έτσι λοιπόν, ξεκινούσαν οι γυναίκες παρέες-παρέες. Η κάθε παρέα σε διαφορετική κατεύθυνση. Ξεκινούσαν πάντα τρεις ώρες νύχτα. Πρώτον, για να φτάσουν στον προορισμό τους και δεύτερον, ώσπου ν’ αρχίσει η μεγάλη ζέστη, να έχουν κόψει ένα φόρτωμα ή μια δυο ζαλιές η καθεμιά τους. Έπερναν μαζί τους ένα: δρεπάνι, ένα σχοινί για να ζαλωθούν, κολατσιό και μια νεροκολοκύθα για νερό, πλεγμένη με βέργες ή ψαθί για να μη σπάζει, αν και φρόντιζαν να έχει νερό όπου πήγαιναν.
Σκορπισμένες οι γυναίκες στις πλαγιές, θέριζαν σπάρτα, τα έδεναν χερόβολα και συζητούσαν τί θα έκανε η καθεμιά τους με το σπαρτόμαλλο που θα έβγαζε. Είναι γεγονός, ότι οι Γορτύνιες είναι από τις καλύτερες υφάντρες και κεντήστρες. Αφού τελείωναν το μάζεμα ταυ σπάρτου, τα έβρεξαν χερόβολα, δεμένα σε λεβέτια ή καζάνια. Αφού τελείωνε το βράσιμο, τα έβαζαν μέσα σε τρεχούμενο νερό, πλακωμένα με πέτρες να μην παρασύρονται από ποτάμια, αυλάκια ή ρέματα Τα άφηναν στο νερό περίπου οχτώ με δέκα μέρες για να σαπίσει η εξωτερική φλούδα. Κατόπιν, τα έβαζαν χερόβολο-χερόβολο επάνω σε μια πέτρα ή μικρό κούτσουρο και με τον κόπανο τα χτυπούσαν πεντ’ έξι φορές, τα έπλεναν και πάλι το ίδιο μέχρι που τελείωναν. Τα άπλωναν πάνω σε φράχτες ή ξύλα για να στεγνώσουν.
Στεγνώνοντας, το σπαρτόμαλλο αφάνιαζε και το μαλλί είχε χρώμα κρεμ λευκό. Αφού στέγνωνε, τραβούσαν το ξυλαράκι από το κλωνί του σπάρτου και κατόπιν το ξαίναν στα λανάρια. Το λανάριζαν όπως έλεγαν. Τα λανάρια έχουν σχήμα ρακέτας κι είναι γεμάτα καρφιά. Δηλαδή, πρόκες καρφωμένες ανάποδα. Αφού λανάριζαν το μαλλί, το μάζευαν τουλούπες (στενόμακρα μαξιλαράκια), να περνούν στη μόκα και να γνέθονται. Η ρόκα, είναι ένα ραβδί που στο επάνω μέρος έχει δυο μικρούς ξύλινους κύκλους. Περνώντας λοιπόν η τουλούπα στη ρόκα άρχιζε το γνέσιμο, κρατώντας και περιστρέφοντας στο χέρι τη δρούγα. Η δρούγα, είναι μια ξύλινη βέργα. Στη δρούγα επάνω μαζευόταν το νήμα σιγά—σιγά που έστριβαν από το μαλλί. Κάθε τουλούπα ήταν κι ένα κουβάρι νήμα. Σαν τελείωνε το γνέσιμο, έκαναν τα κουβάρια θηλιές για να τα βάφουν. Τα υφαντά οικιακής χρήσης υφαίνονταν πάντα με τα μασούρια και λέγονταν λουράτα. Τα μασούρια, ήταν βέργες και τύλιγαν επάνω το υφάδι κατά μήκος. Για τα κεντητά, π.χ. διαδρόμους, αντρομίδες (απλάδα, χαλί), τράιστα-μικρά, μεγάλα- πάντες για τα κρεβάτια, μακρινάρες φιγούρας (μαξιλάρι μακρόστενο) που τα έπαιρναν προίκα, χρησιμοποιούσαν κουλούκια-μακρόστενα κουβαράκια, όσο κλείνει το εσωτερικό μιας χούφτας ενός χεριού. Τα σχέδια στα κεντήματα ήταν πολλά όπως ο αετός, η γλάστρα, η κοπέλα με βίκα (στάμνα), το τριαντάφυλλο, η σκάλα και πολλά άλλα.
Τα σπάρτινα υφαντά, εκτός από τις ανάγκες του σπιτιού τους που κάλυπταν, τα πουλούσαν στα μεγάλα πανηγύρια που γινόντουσαν και γίνονται όχι βέβαια όπως τότε, των Τροπαίων, του Αη-Λιά, της Αγίας Παρασκευής στα Λαγκάδια και στα Ολύμπια της Παναγίας στις 8 Σεπτέμβρη. Ειδικά στα σακιά και στα τράιστα (ταγάρια) έκαναν εμπόριο και είχαν μεγάλη κατανάλωση λόγω αντοχής. Έτσι λοιπόν, πουλώντας το σπάρτινο εμπόρευμα αγόραζαν άλλα είδη. Πέτσα (άσπρο ύφασμα βαμβακερό) καλής ποιότητας, το λεγόμενο περκάλι, για ασπρόρουχα και προίκες, ντρίλι για αντρικά παντελόνια, διάνες, εμπριμέ ύφασμα για φορέματα νεανικά, TISSOR για γιορτινά και νυφικά, δίμυτα και φανέλες, εμπριμέ βελουτέ για παλτόρομπες όπως τις έλεγαν και τσίτια (βαμβακερό ύφασμα) για ποδιές και ρόμπες.
Δε νομίζω ότι υπάρχει γυναίκα της γενιάς μου, να μη θυμάται και να μην έχει κάποια προσωπική εμπειρία γύρω από τη χρησιμότητα του σπάρτου. Οι λίγο πιο μεγάλες από τη γενιά μου γνώριζαν πιο πολλά πράγματα από εμένα. Πόσες λοιπόν από αυτές δεν έχουν ηγετικές θέσεις που θα μπορούσαν να προσφέρουν πολλά σ’ αυτή τη γη που λέγεται Γορτυνία, σκεπτόμενες μόνο το εξής: Οι γιαγιάδες μας, οι μανάδες μας, χωρίς καμία τεχνολογία, χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις, κατάφεραν να γίνουν όχι μονο άριστες τεχνίτριες αλλά ιεροφάντησες στο είδος τους. Εμείς για να φτάσουμε τις γνώσεις τους θα πρέπει να εκπαιδευτούμε σε τεχνολογικά ιδρύματα από δύο χρόνια και άνω!
Η απλή λογική λέει ότι: Το παρόν είναι ένας μικρός νάνος, το παρελθόν ένας μεγάλος γίγαντας. Αν λοιπόν το παρόν που είναι ο νάνος δεν καθίσει στους ώμους του παρελθόντος που είναι ο γίγαντας, πως θα μπορέσει να αντικρύσει το μέλλον;
*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Γορτυνία” – Από το ομώνυμο βιβλίο της Νίκης Κούρταλη – Κούλη
* Φωτό αρχείου από θέρισμα στο Μοναστηράκι (Στ.Πατέλη)





