*Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδος “Γορτυνία”
Ο φακός της Δέσποινας Σωτηροπούλου καταγράφει την αμύθητη ομορφιά της Αρκαδίας και απευθύνεται στην Πρώτη Αρχή. Μύθος και Ιστορία εξηγούν το απερίγραπτο κάλλος από τα Αρχαϊκά χρόνια ως σήμερα.

Πριν ξεκινήσω το ταξίδι μου στα βουνά και τα ποτάμια της Αρκαδίας επιχειρώντας να γράψω το σπικάζ του ντοκιμαντέρ, έγραφα: <Ο ήλιος άναψε στα σύννεφα, κερί στο φέγγος να λιώνει την ανερμήνευτη ομορφιά, σαν εκείνη που στο σκότος έλαμπε των σπηλαίων λες και κάποιοι εδώ έζησαν για πάντα. Φωτισμένοι, εσταυρωμένοι και αξέχαστοι. <et in arcadia ego> μοιάζει να λένε οι ασμίλευτες πέτρες απομεινάρια από αγγίγματα που θάφτηκαν στον καιρό, μα είναι σα να δηλώνουν το αιώνιό τους παρόν. <ήμουν κι εγώ στην Αρκαδία> καμαρωτά η φράση από τους ιστούς αντηχεί των αέρηδων, ανάμεσα στις πανύψηλες κορφές του Λύκαιου όρους ή στο πλημμυρισμένο από έλατα Μαίναλο>
Όμως, ήταν πολύ νωρίς ακόμα για να νοιώσω και κυρίως για να υπακούσω στο κάλλος της καταγωγής μου. Δίχως να έχω λουστεί στα νερά του Λούσιου ποταμού, δίχως να έχω περιηγηθεί στο ατελείωτο μονοπάτι του Mainalon Trail, δίχως να έχει ακουμπήσει στα χείλη μου το κρυσταλλένιο νερό των αμέτρητων πηγών, δίχως να έχω απαντήσει στο ερώτημα: γιατί το Φθινόπωρο έχει τέτοια ηρεμία ή γιατί η Άνοιξη έχει τέτοια πολυμορφία, δίχως να έχω βουλιάξει στις λεπτομέρειες από τις περιγραφές των ντόπιων για τους αγώνες και τη γενναιότητα των προγόνων, δίχως να έχω αφουγκραστεί τους ήχους και τις αλλαγές του τόπου…
Μέχρι που έφτασα στο Λεοντάρι. Κι εκεί κατάλαβα, ότι ήταν νωρίς ακόμα για να ξεκινήσω την περιγραφή. Έπρεπε πρώτα να το ζήσω. Να αποτυπώσω εικόνες και μαρτυρίες και μετά να ξεκινήσω. Βλέπετε, η καταγωγή μου ζητούσε τις λεπτομέρειές της, μα οι αισθήσεις και η γνώση μου παραμόνευαν υπομονετικά στο χωριό του παππού μου, Θοδωρή Σωτηρόπουλου. Σε κάποια γωνιά από το καμαρωτό Βυζίκι. Η ρίζα της γένεσης με καλούσε.
Και ξεκίνησα… Για μια βόλτα, θυμάμαι. Νοέμβρης του 2025. Για δύο μόνο ημέρες και με απόφαση που πάρθηκε ακαριαία. Φύγαμε από την Αθήνα με το φίλο και Αρκά, ιατρό Γιώργο Κοντοβαζαινίτη με καταγωγή από το Θεόκτιστο, τη συνάδερφο και φίλη Άντζυ Σταθάτου και το συνάδερφο και κάτοικο της Νυμφασίας, Νίκο Αρβανίτη.
Αφορμή γι αυτό το σύντομο ταξίδι η επιμονή του αρχαιολόγου από τον Ιερό χώρο της Αρχαίας Ολυμπίας, Άγγελου Γκοτσίνα που μαζί με τους δύο συνεργάτες του Κατερίνα Αναγνωστοπούλου και Κώστα Ντεβενέζο ανέλαβαν να με συστήσουν στο χωριό του παππού μου. Το ραντεβού μας ήταν στο Βυζίκι, μα δε σταματήσαμε εκεί. Ο Γιώργος Κοντοβαζαινίτης άντεχε να οδηγά χιλιόμετρα. Βρεθήκαμε στη λίμνη Λάδωνα, στην Βυτίνα, στη Νυμφασία, στην Κοντοβάζενα, στην Αετοράχη και την Κοκκινοράχη. Στα <αετοχώρια> όπως τα αποκαλούν οι ντόπιοι. Με μια κάμερα εγώ κατέγραφα… Επέστρεψα με ένα υλικό έτοιμο για ντοκιμαντέρ. Αυτό ήταν. Η Ιδέα είχε γεννηθεί και γύρευε υποστηρικτές για μια διαδρομή προς τη γνώση.
Ενθουσιασμένοι όλη η ομάδα από το βουκολικό πεδίο, από το μύθο του Λυκάονα που λίγο – πολύ γνωρίζαμε, από την αρχαία Λυκόσουρα την πρώτη πόλη που είδε το φως του κόσμου, τον πρώτο Ναό, το Ιερό της Δεσποίνης, το θεόρατο και σκληροτράχηλο Λύκαιον όρος, το ρόλο των Θεοτήτων που λες και συντονισμένες ήταν για να δράσουν στην Αρκαδία, τον αστείρευτο Πάνα που ως τα ποτάμια της Αρκαδίας έρεε και στις ζωές εισέβαλλε των θνητών, την Αφροδίτη, την Άρτεμη και πόσες ακόμα Θεότητες και Νύμφες.
Ένα ντοκιμαντέρ, όνειρο ζωής, απλωνόταν εμπρός μου ως Θείο Δώρο. Έπρεπε να υπακούσω και να το πραγματώσω. Να μιλήσω για τη μυθολογία και την ιστορία. Για το σήμερα ενός τόπου, που οι φυσικές του ομορφιές και οι μύθοι που τις συντρόφευαν σχημάτισαν τους χαρακτήρες των Αρκάδων, αιώνες τώρα…
Η Ελληνική επανάσταση που εκεί οργάνωσε τις πρώτες ανάσες της, ο Εθνεγέρτης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης που σε κάθε μεριά και από μια στιγμή της ζωής του συναντάς, οι οπλαρχηγοί και οι υπερβάσεις τους, οι σημερινοί κάτοικοι. Μονάχοι, οι περισσότεροι. Με τις γίδες και τις γκλίτσες τους να τριγυρνούν στο άγριο μα και καταπράσινο τοπίο αντιμετωπίζοντας τη μοναξιά ως το πιο φυσικό φαινόμενο… Οι μοναχές και οι πνευματικοί άνθρωποι, που απομονωμένοι και ευτυχείς στις μονές και τις εκκλησιές τους με συνέπεια λειτουργούν… Άνθρωποι σημερινοί που επιβιώνουν και χαίρονται την καθημερινότητά τους με μοναδική τους συντροφιά, τους ήχους των πλασμάτων της φύσης… Φιλόξενοι, ευγενείς και με μια αγκαλιά έτοιμη για να δοθεί.
Συχνά αναρωτιόμουν… <Αυτό το αγέρωχο και ελεύθερο πνεύμα, αυτή την υποταγή στους νόμους της φύσης, αυτό το άπιαστο της συνέχειας, που ως κληροδότημα από γενιά σε γενιά περνά για να τακτοποιήσει του κόσμου τα πεπραγμένα, πόσο συχνά τα συναντά σήμερα κάποιος;>
Σε κάθε γύρισμα, εντυπωσιαζόμουν από τις αντιθέσεις και παράλληλα τη ροή. Για το πείσμα και παράλληλα το κατόρθωμα. Για την εγκατάλειψη και παράλληλα την ακάθιστη μνήμη. Αυτή είναι η πορεία για την εξέλιξη, σκεφτόμουν κάθε που άνοιγα τον φακό της μηχανής μου για να καταγράψω.
Πόσες ευεργεσίες… Πόση πίστη στις αξίες και στο χρέος, πόση εμπιστοσύνη στο σύμπαν, ενσυναίσθηση και ηχηρή ανάμνηση. Από τον αρχέγονο πολιτισμό ως τα στερεωμένα ήθη και έθιμα. Από την λαϊκή παράδοση ως τις σύγχρονες επιρροές.
Και κάπως έτσι, κατέληξα. Δε μπορεί… Είχε δίκιο ο Παυσανίας. Είναι dna που προέρχεται από την Αρχή του Κόσμου. Γι αυτό ο Θεός Πάνας, γι αυτό οι νύμφες, γι αυτό οι υπερφυσικές οντότητες, γι αυτό οι μύθοι που παραμύθια θυμίζουν… Επί της ουσίας η προτροπή για νέα εκκίνηση είναι. Σα να γνωρίζουν, πως τέλος δεν υπάρχει παρά μονάχα μια νέα αρχή. Μια νέα μορφή. Μια άλλη οντότητα. Ως μύστες να είναι και το μυστικό σιωπηρά και αφανέρωτα να μοιράζονται.
Είναι αυτοί, οι Αρκάδες που δόξασαν τη Θεά Αθηνά, που τίμησαν τον αρχέγονο Πάνα και που έφυγαν από τα σπήλαια για να εισέλθουν στον Πολιτισμό. Ένας τόπος τόσο φουρτουνιασμένος, όσο ο ίδιος ο άνθρωπος. Μία από αυτή τη γενιά είμαι κι εγώ. Σα να ομολογώ ήταν < et in arcadia ego > Κι έτσι άρχισα να με παραλληλίζω με όλα εκείνα τα στοιχεία που επιβεβαίωναν τη ζωή και την καταγωγή μου. Η φύση και η γνώση έγιναν η εσωτερική μου επιβεβαίωση.
<Αντρεύουμε από επιμονή και προκοπή βουνίσια εμείς, από φύση ατίθαση και δημιουργική. Μοιάζει να διαφέρουμε μα πόσο ίδιοι είμαστε τελικά… Και ξέρετε γιατί; Γιατί εκείνο που ενώνει τους Αρκάδες στο σύνολό τους (σαφώς και υπάρχουν οι εξαιρέσεις όπως σε κάθε κανόνα) είναι οι πράξεις στο σύντομο της ζωής ταξίδι κι αυτό παραμένει πάντα το μέγα ζητούμενο της ζωής>
Με αυτές τις σκέψεις, που κινηματογραφικές και εικαστικές έγιναν καταγραφές, ολοκλήρωσα τα πρώτα γυρίσματα. Η μικρή ομάδα των ανθρώπων που συμπράξαμε έχοντας τις ίδιες αναζητήσεις και τη μέγιστη δίψα για γνώση, σήμερα έγινε ακόμα μεγαλύτερη και μέχρι να ολοκληρωθεί το ντοκιμαντέρ είμαι σίγουρη πως θα γίνουμε ακόμα περισσότεροι. Ως οι πρόγονοί μας. Κι αυτό είναι τόσο αισιόδοξο, όσο και το ίδιο το νόημα της ζωής. Αυτό το μαγικό σμίξιμο, που από άγνωστοι γινόμαστε γνωστοί και στη συνέχεια οικογένεια είναι ο δικός μας αγώνας.
Είναι ο χρόνος της δικής μας σειράς για να παραδώσουμε στους μεταγενέστερους ένα μικρό κομμάτι μαρτυρίας. Σε αυτή τη νέα γενιά, που ως νοητή αλυσίδα καλείται να πάρει τη σκυτάλη και να συνεχίσει.
- Σημείωση: To ντοκιμαντέρ πραγματοποιείται από την εταιρία παραγωγής <ds productions> υπό την αιγίδα της Παγγορτυνιακής Ένωσης και με χορηγίες από τους: Αθανάσιος Μαρτίνος (Στεμνίτσα), Γιώργος Κοντοβαζαινίτης (Θεόκτιστο), Κοινότητα Θεόκτιστου, Hotel Artmainalon (Βυτίνα), Αρχοντικό Λεοντάρη (Λεοντάρη Μεγαλούπολης), Αρκαδική Μελισσοκομία.
- Πρεμιέρες προβολών θα πραγματοποιηθούν τον Αύγουστο του 2026 στις περιοχές: Λεοντάρι, Στεμνίτσα, Θεόκτιστο, Βυζίκι, Τρόπαια και όπου αλλού επιβεβαιωθεί. Από το Σεπτέμβρη του 2026 το ντοκιμαντέρ θα προβάλλεται στο κανάλι HISTORY COSMOTE.
- Έρευνα, Σκηνοθεσία, Παραγωγή, Δέσποινα Σωτηροπούλου. Κάμερες – μοντάζ, Κώστας Πουταχίδης και Κωνσταντίνος Σταματάκος .Μουσική, Χρήστος Γιαννόπουλος. Ερμηνεία τραγουδιού τίτλων <Το πρόσωπό σου Ελλάδα, Ελένη Δήμου.













