Δημοσιεύουμε παρακάτω περισπούδαστο ποίημα της Χωραϊτισσας Μαρούτα Παναγιωτούλια Παναγιώτα του Γεωργίου, αφιερωμένο στη μνήμη των εκτελεσθέντων από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στις 23 Αυγούστου 1843 Χωραϊτών.
Με γλαφυρότητα η κ.Μαρούτα, συγγενής πολλών θυμάτων αφηγείται τα τραγικά εκείνα γεγονότα, όταν οι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν μέσα στην εκκλησία και δέχθηκαν πυροβολισμούς από τους Γερμανούς. Μέσα από τις αναμνήσεις παρουσιάζονται ο φόβος, ο πόνος, οι απώλειες και τα ψυχικά τραύματα που άφησε ο πόλεμος.
Τον πόλεμο μας κήρυξε
το σαράντα η Ιταλία,
και ο στρατός μας έτοιμος
πήγε στην Αλβανία.
Το μεγάλο όχι φώναξαν
εκεί πέρα ως πέρα,
τους Ιταλούς κυνήγησαν
φωνάζοντας αέρα.
Μεγάλο μάθημα έδωσαν
τότε στο Μουσολίνι
κι έτσι του υπέδειξαν
στον τόπο του να μείνει.
Αλλά εκεί δεν έμεινε
η Ελλάδα μας να δίνει αίμα,
γιατί οι Γερμανοί μας κατέκτησαν
το χίλια εννιακόσια σαράντα ένα.
Έτσι ο πόλεμος συνεχίστηκε
από όλη τη συμμαχία
και οι Γερμανοί στο χωριό μου έφτασαν
το χίλια εννιακόσια σαράντα τρία.
Αφού οι Γερμανοί κατακτητές
ήρθαν και στο χωριό μου,
τον κόσμο συγκέντρωσαν
τάχα να τους μιλήσουν.
Μ’ αυτοί αυτό που ήθελαν
ήταν να τους αφανίσουν.
Στα σπίτια όμως βρήκανε
παππούδες και παιδάκια,
γιατί οι γονείς τους βρίσκονταν
στις δουλειές και στα χωράφια.
Ήταν θέρος καλαμποκιού
και βρίσκονταν στα αλώνια
και απέναντι ακούσανε
να ρίχνουν με κανόνια.
Τότε στους λόφους βγήκανε
και αναρωτήθηκαν με απορία:
Θεέ μου τι να γινότανε
εκεί στην εκκλησία;
Έτσι αυτοί γλίτωσαν
από τους Γερμαναράδες
που ήρθαν στην πατρίδα μας
μονάχα σαν φονιάδες.
Αυτούς που έμειναν στα σπίτια τους
οι Γερμανοί τους φώναξαν
και όλους τους συγκέντρωσαν
μέσα στην εκκλησία.
Και εκεί που όλοι περίμεναν
να ακούσουν ομιλία,
ξαφνικά όμως τους έριξαν
τότε με πυροβόλα.
Οι σφαίρες έπεφταν βροχή
και ο κόσμος τρομαγμένος
έτρεχε γύρω να κρυφτεί
με φόβο παγωμένος.
Ένας Αυστριακός στρατιωτικός
πήγε να τους προειδοποιήσει,
μα τότε και αυτόν τον σκότωσαν
στην πόρτα εκεί μπροστά τους.
Η μάνα μου και ο πατέρας της
ήταν και αυτοί εκεί κρυμμένοι,
γιατί τότε η μάνα μου
δεν ήταν παντρεμένη.
Και από τον θόρυβο τον πολύ
των πυροβόλων κρότοι,
ένα ψαλτήρι έπεσε
και πλάκωσε τον παππού μου.
Τον είδε τότε η μάνα μου
να είναι απέναντι πλακωμένος
και τρέχει μες στον πανικό
νε δει αν είναι σκοτωμένος.
Μα αυτός της κάνει νόημα
με φόβο και στοργή
και στο παιδί του υπέδειξε
αμέσως να κρυφτεί.
Σκότωσαν παππούδες με παιδιά
που ήτανε μαζί τους
και τα μυαλά πετάγονταν
στους τοίχους με μανία.
Και όταν τους πυροβολισμούς τελείωσαν
και έφυγαν οργισμένοι,
πήγαν κι έβαλαν φωτιά
στης βαμβακιάς τα σπίτια.
Γιατί σε αυτήν τη γειτονιά
αντάρτες που βρεθήκαν εκεί
δυο Γερμανούς αφόπλισαν
δίνοντας την αφορμή.
Κι έτσι στην εκκλησία την πλήρωσαν αυτοί
που δεν έπρεπε να πληρώσουν
και από τις απερισκεψίες των ανταρτών
το αίμα τους να δώσουν.
Όσοι επέζησαν από τους πυροβολισμούς
βγήκαν μετά από δυο ημέρες
και τους νεκρούς κηδέψανε
με θρήνους και με λύπη.
Μες στους νεκρούς βρέθηκε
και ένα μικρό παιδάκι
που είχε μείνει ζωντανό
στα χέρια της νεκρής γιαγιάκας του
και της νεκρής αδελφούλας του
που ήτανε κοντά του.
Η μάνα μου το πήρε αγκαλιά
και το έδωσε στην μαμά του
που είχε μείνει άφωνη
από την αγωνία,
γιατί δεν ήξερε τι έγινε
μέσα στην εκκλησία.
Αφού έμαθε ότι σκοτώθηκε
το άλλο το παιδί της
και όλα τα έχασε κι αυτή
μαζί με τους γονείς της,
ο θρήνος και ο πόνος της
μαύρισαν την ψυχή της.
Πολλοί πατριώτες σκοτώθηκαν
μέσα στην εκκλησία
που με το θάνατο τους αυτό
έγραψαν ιστορία.
Τα ονόματά τους σήμερα γράφονται
σε πλάκα μαρμαρένια
και αθάνατοι θα μείνουνε
σε χρόνια περασμένα,
ώστε να δουν οι επόμενες γενεές
τι έπαθαν οι προγονοί τους
και στην καρδιά τους μην ξεχνούν
ποιοι τα έβαλαν μαζί τους.
Αυτά μου έλεγε η μάνα μου
σαν ήμουν παιδάκι,
τι έχει περάσει και αυτή
με φόβο και φαρμάκι.
Και όταν η μανούλα μου
με μάλωνε όταν έκανα φασαρία,
μου έλεγε Παναγιώτα κάθισε ήσυχα
και μην πολυφωνάζεις.
Μήπως έλθουν ξανά οι Γερμανοί
χωρίς να ακουστούνε
και φύγει πάλι το χωριό
και τότε που θα το βρούμε.
Της είχε μείνει ο φόβος πια
μες την συνείδηση της,
τους Γερμανούς φοβότανε
σε όλη την ζωή της.
Μα μένα αστείο μου φαινότανε
και ήμουν προβληματισμένη,
τι θέλουν εδώ οι Γερμανοί
σε μια χώρα ξένη.
Εγώ δεν καταλάβαινα
και τι ήθελε να πει,
ότι εάν δεν καθόμουν ήσυχα
θα έρθουν οι Γερμανοί.
Και σαν μετά μεγάλωσα
και πήγα στο σχολείο
και τα ονόματα διάβασα
από τους σκοτωμένους,
τότε μονάχα δάκρυσα μαζί και με αγωνία
και είπα μανούλα συγνώμη σου ζητώ,
γιατί με αυτά που πέρασες γράφεται ιστορία.
Ο ξάδερφός μου ο Νικολός, το σαράντα
γεννημένος, μες στις σπηλιές να κρύβεται
ήταν αναγκασμένος
και για να μην τον ακούσουν οι Γερμανοί
του έκλειναν το στόμα.
Αυτός κλεισμένος στη σπηλιά
φώναζε ότι πεινάει,
μα οι γονείς του ψωμάκι
δεν του έδιναν και τα έβαζαν μαζί του.
Αυτά σε μένα πέρασαν
μες στη συνείδησή μου
και η αγωνία για τους Γερμανούς
κάθεται στην ψυχή μου.
Αφού πέρασαν χρόνια πολλά
και οι πιο μικροί ρωτούσαν
γιατί είναι έτσι οι τοίχοι έτσι εδώ
στην εκκλησιά ρωτούσαν.
Κι έτσι όλοι οι ξένοι
που περνούσαν από το χωριό
και άκουγαν την ιστορία,
μάθαιναν τι έκαναν οι Γερμανοί
μέσα στην εκκλησία.
Αργότερα αποφάσισαν στο χωριό
όλα να τα καλύψουν,
γιατί στεναχωριόντουσαν
τα αίματα να βλέπουν.
Αφού οι τοίχοι μαρτυρούσανε
πως οι Γερμανοί
σαν κτήνη φέρθηκαν
στους χωρικούς εκεί.
Όμως σε μια κορνίζα σταθερή
έπρεπε λίγα σημάδια να αφήσουν,
γιατί την ιστορία αυτή
δεν έπρεπε να σβήσουν.
Μαρούτα – Παναγιωτούλα Παναγιώτα
Τηλ. 6947.359225




