*Γράφει ο Μιχαήλ Σωτηρίου Μιχαλακόπουλος
Από το Σταυροδρόμι Γορτυνίας, ένας μόνιμος κάτοικος γράφει για μια αλήθεια που δεν πρέπει άλλο να προσπερνιέται: η ερήμωση δεν είναι μοίρα, είναι αποτέλεσμα επιλογών.
Υπάρχουν τόποι που δεν τους σκοτώνει ο χρόνος. Τους σκοτώνει ο δρόμος. Ή, πιο σωστά, η απουσία ενός δρόμου φτιαγμένου να υπηρετεί ανθρώπους, όχι να τους κρατά ομήρους της απόστασης.
Γράφω ως μόνιμος κάτοικος στο Σταυροδρόμι Γορτυνίας. Γράφω όμως και ως άνθρωπος που έχει ζήσει χρόνια στην επαρχία αλλά και στις πόλεις, που ξέρει τι σημαίνει να έχεις γιατρό, τράπεζα, σχολείο και συγκοινωνία λίγα λεπτά μακριά, όσο και τι σημαίνει να ζεις εκεί όπου το αυτονόητο γίνεται καθημερινή δοκιμασία. Δεν μιλώ από ρομαντισμό για το χωριό ούτε από εχθρότητα προς την πόλη. Μιλώ από σύγκριση. Και η σύγκριση είναι αμείλικτη.
Ο δρόμος που αποκλείει
Η εθνική οδός Τρίπολης–Πύργου, στο τμήμα Λαγκάδια–Λούβρο, δεν είναι απλώς ένας παλιός, προβληματικός δρόμος. Είναι το καθημερινό σύνορο μιας περιοχής που δυσκολεύεται να επικοινωνήσει με τον υπόλοιπο κόσμο.
Ο άξονας Τρίπολης–Πύργου δεν είναι μια τυχαία διαδρομή στον χάρτη. Συνδέει την Αρκαδία με την Ηλεία, τη Γορτυνία με τον Πύργο και την Ολυμπία, τα ορεινά χωριά με τη θάλασσα. Πάνω σε αυτή τη γραμμή κινήθηκαν γενιές ανθρώπων, εμπορεύματα, ιστορίες, ζωές ολόκληρες. Σήμερα, ένας δρόμος με τέτοια σημασία αντιμετωπίζεται σαν να είναι δευτερεύουσα λωρίδα ασφάλτου που μπορεί να περιμένει.
Καθιζήσεις, καταπτώσεις, επικίνδυνα σημεία, χειμερινές διακοπές, πρόχειρες παρακάμψεις. Μετά την καθίζηση στην περιοχή του Λιβαδακίου, τον Φεβρουάριο του 2026, η ταλαιπωρία έγινε πιο ορατή από ποτέ: χωματόδρομοι, παρακαμπτήριες διαδρομές, φθορές στα οχήματα, καθυστερήσεις, μια ανασφάλεια που δεν κοπάζει.
Για έναν ηλικιωμένο που πρέπει να πάει σε γιατρό, αυτό δεν είναι απλή ενόχληση, είναι άγχος. Για έναν μαθητή που μετακινείται καθημερινά για το σχολείο ή το φροντιστήριο, είναι εμπόδιο. Για έναν παραγωγό, έναν επαγγελματία, έναν μικρό έμπορο, είναι κόστος που τρώει το εισόδημα προτού καν το προϊόν φτάσει στον προορισμό του.
Και ύστερα ακούμε πως «δεν συμφέρει». Πως οι κάτοικοι είναι λίγοι. Πως το έργο είναι δύσκολο. Από πότε όμως η ασφάλεια, η πρόσβαση και η ισότιμη μεταχείριση των πολιτών έγιναν λογιστική υποσημείωση;
Η εγκατάλειψη δεν ήρθε μόνη της
Η ερήμωση της υπαίθρου δεν άρχισε χθες. Χτίστηκε σιγά σιγά, με αποφάσεις που έστελναν κάθε βασική λειτουργία όλο και πιο μακριά από τον τόπο όπου ζουν οι άνθρωποι.
Τράπεζες κλείνουν ή απομακρύνονται. Δημόσιες υπηρεσίες συγκεντρώνονται στις μεγάλες πόλεις. Σχολεία λιγοστεύουν. Ταχυδρομεία αμφιταλαντεύονται. Οι δομές υγείας παλεύουν, σε πολλές περιπτώσεις, με ελλείψεις σε γιατρούς, προσωπικό και εξοπλισμό. Η απάντηση είναι σχεδόν πάντα η ίδια: οικονομία κλίμακας, περικοπές, «εξορθολογισμός».
Πίσω όμως από αυτές τις λέξεις υπάρχουν άνθρωποι. Ο ηλικιωμένος που χρειάζεται ώρες για μια τραπεζική συναλλαγή. Ο ασθενής που δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει. Η οικογένεια που σκέφτεται να φύγει, όχι επειδή δεν αγαπά τον τόπο της, αλλά επειδή δεν αντέχει άλλο να ζει χωρίς στοιχειώδη ασφάλεια και προοπτική.
Οι πυρκαγιές των προηγούμενων ετών επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την τοπική οικονομία. Καλλιέργειες και ελαιόδεντρα χάθηκαν, η παραγωγή περιορίστηκε και άνθρωποι βρέθηκαν να μετρούν ζημιές σε έναν τόπο όπου η επιβίωση ήταν ήδη δύσκολη υπόθεση.
Οι νέοι δεν φεύγουν από ιδιοτροπία
Η υπογεννητικότητα που καταγράφεται σε αρκετές ορεινές περιοχές, η φυγή των νέων και το κλείσιμο σχολείων δεν είναι φαινόμενα άσχετα μεταξύ τους. Είναι κρίκοι της ίδιας αλυσίδας. Όταν λείπουν δουλειές, υπηρεσίες, πρόσβαση και ασφάλεια, ο νέος δεν φεύγει επειδή περιφρονεί το χωριό του. Φεύγει επειδή δεν βρίσκει τρόπο να χτίσει εκεί μια ζωή.
Κι όσοι μένουν ή επιστρέφουν δεν είναι γραφικές εξαιρέσεις για κάποιο ρεπορτάζ. Είναι άνθρωποι που επιμένουν να κρατήσουν έναν τόπο ζωντανό. Δεν χρειάζονται πανηγυρικούς επαίνους. Χρειάζονται συνθήκες, ώστε η παραμονή τους να μην είναι πράξη ηρωισμού, αλλά μια απλή, φυσιολογική επιλογή ζωής.
Χωρίς δρόμο, τίποτα
Η Γορτυνία διαθέτει φύση, ιστορία, μνήμη, αρχαιότητες, χωριά με χαρακτήρα και τη λίμνη του Λάδωνα. Θα μπορούσε να έχει ήπια τουριστική ανάπτυξη, καλύτερη αξιοποίηση της παραγωγής, νέες μικρές επιχειρήσεις, λόγους ώστε άνθρωποι να επιστρέψουν.
Θυμάμαι εποχές που το λεωφορείο της γραμμής ήταν γεγονός για το χωριό. Έφευγε από τον Πύργο ή την Τρίπολη και οι μεγαλύτεροι έβγαιναν στις αυλές να δουν ποιος έρχεται, ποιος φεύγει, τι νέο κουβαλά ο δρόμος μαζί του. Σήμερα, ο ίδιος δρόμος φέρνει κυρίως άγχος και αναμονή. Κι αυτό δεν είναι απλώς αλλαγή εικόνας. Είναι αλλαγή εποχής.
Όλα αυτά όμως ξεκινούν από το πιο απλό πράγμα: την πρόσβαση. Χωρίς ασφαλή και σύγχρονο δρόμο, ο τουρισμός μένει ευχή. Η αξιοποίηση των αρχαιοτήτων μένει φυλλάδιο σε συρτάρι· ακόμη και η Αρχαία Θέλπουσα, εκεί στην περιοχή της Βάβενας και του Τουμπιτσίου, στις όχθες του Λάδωνα, μένει σχεδόν άγνωστη στο ευρύ κοινό. Η ανάπτυξη μένει ομιλία σε αίθουσα ξενοδοχείου. Πώς να έρθει ο επισκέπτης, όταν δεν ξέρει αν ο δρόμος θα είναι ανοιχτός; Πώς να μείνει ο κάτοικος, όταν κάθε μετακίνηση μπορεί να γίνει περιπέτεια;
Χρειάζεται νέα χάραξη όπου αυτή είναι αναγκαία. Χρειάζονται ουσιαστικές παρακάμψεις στα δύσκολα σημεία, στα Λαγκάδια και στο Λούβρο. Χρειάζεται μια μόνιμη, τεχνικά σοβαρή λύση, όχι η γνωστή συνήθεια του προσωρινού μπαλώματος που αντέχει μόνο μέχρι την επόμενη βροχή.
Η Γορτυνία ζητά δικαιοσύνη
Δεν ξέρω αν η ερήμωση έχει φτάσει στον πάτο. Ξέρω όμως πως, αν συνεχιστεί αυτή η αδιαφορία, ο πάτος θα έρθει πιο γρήγορα απ’ όσο νομίζουν όσοι αποφασίζουν από μακριά.
Οι κάτοικοι της Γορτυνίας δεν ζητούν χάρη. Δεν ζητούν ελεημοσύνη. Φορολογούνται, εργάζονται, παράγουν, κρατούν ζωντανά χωριά, εκκλησίες, μνήμες, γη και ιστορία. Ζητούν το αυτονόητο: να μπορούν να ζουν στον τόπο τους χωρίς να τιμωρούνται γι’ αυτό.
Η πολιτεία οφείλει να σταματήσει τις αόριστες υποσχέσεις και να περάσει στα έργα. Να πάρει αποφάσεις, να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, να αναλάβει ευθύνη. Όχι αύριο. Τώρα.
Η Γορτυνία δεν πρέπει να πεθάνει αθόρυβα. Και όσοι ζούμε εδώ δεν έχουμε ούτε την πολυτέλεια ούτε το δικαίωμα να σωπάσουμε.
Αν αυτό το κείμενο σε αφορά, μην το αφήσεις να μείνει μόνο εδώ. Μοιράσου το με ανθρώπους που ζουν ή κατάγονται από τη Γορτυνία, με όσους αποφασίζουν για δρόμους, υπηρεσίες και ζωές. Η σιωπή είναι μέρος του προβλήματος. Η δημόσια κουβέντα μπορεί να γίνει μέρος της λύσης.




