Στα χωριά της Γορτυνίας οι μεγάλες ιστορίες δεν χάνονται. Περνούν από στόμα σε στόμα, από τη γιαγιά στον εγγονό, και κρατούν ζωντανή τη μνήμη των ανθρώπων που έζησαν τον αγώνα για τη λευτεριά.
Η πτώση της Τριπολιτσάς, στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες στιγμές της Ελληνικής Επανάστασης. Η πόλη ήταν το διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της οθωμανικής εξουσίας στον Μωριά και η κατάληψή της, ύστερα από μήνες πολιορκίας, αποτέλεσε μεγάλη νίκη για τους επαναστάτες. Όπως συνέβαινε συχνά στους πολέμους εκείνης της εποχής, η άλωση μιας πόλης που είχε αντισταθεί συνοδεύτηκε από λεηλασίες και σφαγές. Η χαρά της νίκης και η αγριότητα του πολέμου έμειναν για πάντα δεμένες στη μνήμη της Τριπολιτσάς.
Η ακόλουθη αφήγηση κινείται ανάμεσα στην ιστορική μνήμη, τη λαϊκή παράδοση και τη μυθοπλασία.
Στο μοναστήρι του Φιλοσόφου, εκεί όπου η χαράδρα του Λούσιου αγναντεύει τον ουρανό, ο γέροντας Παπα-Χρήστος είχε δει ένα όραμα που του είχε κόψει την ανάσα. Τη νύχτα της Αγίας Βαρβάρας, καθώς προσευχόταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, μια χρυσή φλόγα είχε τυλίξει όλο τον ναό και μέσα της είχε δει τη Βασιλεύουσα να του μιλά με γλυκιά φωνή.
«Παιδιά μου», είπε στους μοναχούς που είχαν μαζευτεί γύρω του, «η ώρα έφτασε. Το φως του Χριστού θα λάμψει στην Τριπολιτσά και η σκλαβιά θα φύγει σαν μαύρο σύννεφο από τις κορφές μας. Ο Θεός έστειλε σημάδια. Οι αετοί φωλιάζουν ψηλά στις κορφές και από εκεί θα κατέβει η λευτεριά».
Στη φωτιά που τρεμόπαιζε μέσα στο τζάκι, οι σκιές χόρευαν στους τοίχους και ο αέρας μύριζε θυμάρι και δάφνη.
Στο χωριό Μαγούλιανα, στη σκιά του Μαινάλου, ζούσε ένας νέος που τον έλεγαν Νικολό. Η μητέρα του, η Κυρα-Μαριώ, τον είχε μεγαλώσει με παραμύθια για τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες και οι νανουρίστρες του τραγουδούσαν τα τραγούδια του Διγενή Ακρίτα. Από μικρός είχε μάθει να κρατά σπαθί. Κάθε πρωί ανέβαινε στο Αργυρόκαστρο και από εκεί κοίταζε τον κάμπο, ονειρευόμενος την ημέρα που η πατρίδα θα ήταν πάλι ελεύθερη.
«Νικολάκη μου», του έλεγε η γριά κάθε βράδυ, «η γη αυτή είναι ποτισμένη με το αίμα των αγίων. Κάθε πέτρα εδώ έχει ιστορία, κάθε ρίζα του λιβαδιού θυμάται τη δόξα».
Και τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα όταν ιστορούσε τον τελευταίο αυτοκράτορα, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, και την Άλωση της Πόλης.
Στα μυστικά μονοπάτια της Γορτυνίας άρχισαν να μαζεύονται τα παλικάρια κάτω από τον Κολοκοτρώνη. Από τη Δημητσάνα ήρθαν οι Αρκάδες με τον Αναγνωσταρά, από τη Μάνη οι λεβέντες του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και από τα Καλάβρυτα οι άντρες του Ζαχαριά.
Στα Βέρβενα, στον Πύργο του Αυγουστή, οι αρχηγοί έκαναν το συμβούλιό τους. Ο Κολοκοτρώνης στεκόταν στο κέντρο.
«Αδέλφια, η Τριπολιτσά είναι η καρδιά της οθωμανικής εξουσίας στον Μωριά. Εκεί είναι τα οπλοστάσια, οι θησαυροί, η έδρα του πασά. Αν την πάρουμε, όλη η γη λευτερώνεται».
«Στρατηγέ», είπε ο Δημήτριος Υψηλάντης, «η Τριπολιτσά έχει τείχη που φτάνουν σε ύψος τα πεντέμισι μέτρα, χιλιάδες Τούρκους και Αλβανούς και εφόδια για πολύ καιρό».
«Θα την πολιορκήσουμε. Θα την κόψουμε από κάθε τροφοδοσία και θα περιμένουμε. Η πείνα είναι ισχυρότερη από τα τείχη».
Ο αποκλεισμός της Τριπολιτσάς οργανώθηκε από τον Απρίλιο του 1821 και οι επιχειρήσεις γύρω από την πόλη εντάθηκαν τον Μάιο. Η πολιορκία συνεχίστηκε έως τις 23 Σεπτεμβρίου, όταν η πόλη καταλήφθηκε από τις επαναστατικές δυνάμεις.
Στα στρατόπεδα των Ελλήνων, τα παλικάρια άκουγαν κάθε βράδυ τα παραμύθια των γερόντων για τους παλιούς ήρωες. Μέσα στην Τριπολιτσά, οι υπερασπιστές της πόλης πάλευαν με την πείνα και την απελπισία. Τα τρόφιμα τέλειωναν και το νερό σπάνιζε.
Στις 22 Σεπτεμβρίου, την παραμονή της πτώσης, ο Νικολός στεκόταν στον λόφο του Αγίου Βασιλείου και κοίταζε την πολιορκημένη πόλη. Θυμόταν τη γιορτή της Παναγίας στο χωριό, τα κάλαντα των Χριστουγέννων, τις βραδιές που κάθονταν οι γέροντες στο καφενείο και έλεγαν παλιές ιστορίες. Από κάτω, από τα στρατόπεδα, ακούγονταν κλέφτικα τραγούδια.
«Αύριο», ψιθύρισε, «ύστερα από τόσους μήνες, θα φτάσει αυτή η στιγμή».
Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, η Τριπολιτσά έπεσε. Ο Νικολός, που τον είχε ορίσει ο Κολοκοτρώνης για την πρώτη επίθεση, μαζί με δύο συντρόφους σκαρφάλωσε στα τείχη και πρώτος μπήκε στην πόλη.
«Για την Πατρίδα! Για τον Χριστό!» φώναξε.
Πίσω του ακολούθησαν χιλιάδες παλικάρια. Οι τελευταίες αντιστάσεις λύγισαν και οι υπερασπιστές της πόλης βρέθηκαν στο έλεος των νικητών.
Οι Αλβανοί υπερασπιστές, που είχαν προηγουμένως συνθηκολογήσει, περίμεναν ακόμη να αποχωρήσουν ένοπλοι, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Η αναχώρησή τους, όμως, καθυστέρησε και έγινε μέσα στη γενική αναστάτωση που ακολούθησε την κατάληψη.
Εκείνη την ημέρα, στα Μαγούλιανα, η Κυρα-Μαριώ βγήκε στο κατώφλι και κοίταξε μακριά. Μετά μπήκε μέσα, άνοιξε το παλιό μπαούλο και έβγαλε τη σημαία που φύλαγε χρόνια κρυμμένη. Την κρέμασε στο παράθυρο. Ο αέρας τη χάιδεψε και την έκανε να κυματίσει.
Όμως η χαρά της νίκης σκοτείνιασε από τα φρικτά γεγονότα που ακολούθησαν. Την κατάληψη ακολούθησε σφαγή του πληθυσμού επί τρεις ημέρες. Η οργή των χρόνων, η μνήμη των καμένων εκκλησιών και των σκλαβωμένων αδελφών εξερράγη χωρίς έλεγχο.
Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης έγραψε αργότερα στα Απομνημονεύματά του:
«Το ασκέρι, όπου ήτον μέσα, το ελληνικόν, έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάντα δύο χιλιάδες».
Και σε άλλο σημείο γράφει:
«Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη».
Όταν οι τρεις αυτές ημέρες πέρασαν, ο Παπα-Χρήστος τέλεσε λειτουργία στην κεντρική πλατεία, εκεί όπου για αιώνες δεν είχε ακουστεί ελληνική προσευχή. Η φωνή του ήταν γεμάτη θλίψη.
«Παιδιά μου, σήμερα γεννηθήκαμε και πάλι, αλλά η λευτεριά μας κόστισε πολύ αίμα. Ο Θεός να συγχωρέσει τους νεκρούς και να μας δώσει σοφία να οικοδομήσουμε ένα καλύτερο αύριο».
Ο Νικολός στεκόταν στο κέντρο της πλατείας και οι συγχωριανοί του ήταν τριγύρω. Στα μάτια του είχε δάκρυα. Κοίταξε προς τα Μαγούλιανα και ψιθύρισε:
«Μητέρα, το κάναμε».
Γύρισε στο χωριό του και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του ειρηνικά. Παντρεύτηκε και μεγάλωσε παιδιά. Κάθε φορά που κοίταζε προς την Τριπολιτσά, θυμόταν τις ημέρες της πολιορκίας, τη φωτιά, τις κραυγές και όσα είχε φέρει μαζί του ο Αγώνας. Κι εκείνοι που τον ήξεραν καταλάβαιναν πως ορισμένες μνήμες δεν χρειάζονται λόγια.
Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, τα τελευταία του λόγια ήταν:
«Η λευτεριά θέλει θυσίες, παιδιά μου. Θέλει αίμα και ιδρώτα, μα πάνω απ’ όλα πίστη και καρδιά. Να κρατήσετε την πατρίδα ελεύθερη και να μη λησμονήσετε ποτέ όσους έπεσαν για χάρη της».
Έτσι, λέει, έγινε η λευτεριά της Τριπολιτσάς. Κι όποιος αμφιβάλλει, ας πάει στα χωριά της Γορτυνίας. Εκεί ακόμη τη θυμούνται.
Η ιστορία αυτή αποτελεί λογοτεχνική αφήγηση εμπνευσμένη από την Ελληνική Επανάσταση, την πτώση της Τριπολιτσάς και τις προφορικές παραδόσεις της Αρκαδίας.
Η ημερομηνία της κατάληψης, η Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 1821, και η αναφορά στις τρεις ημέρες σφαγών συμφωνούν με τις ιστορικές πηγές. Οι αριθμοί των νεκρών, ωστόσο, παρουσιάζονται με διαφορετικές εκτιμήσεις· γι’ αυτό το κείμενο διατηρεί τη μαρτυρία του Κολοκοτρώνη ως ιστορικό απόσπασμα και όχι ως αδιαμφισβήτητο δημογραφικό δεδομένο.
Μιχαήλ Σωτηρίου Μιχαλακόπουλος




