Το φθινόπωρο στα χωριά ήταν εποχή γεμάτη κόπο αλλά και χαρά. Ο Σεπτέμβρης και ο Οκτώβρης σήμαιναν την αρχή ενός νέου κύκλου, με δουλειές που εξασφάλιζαν το ψωμί και τις προμήθειες του χειμώνα.
Με τον Σεπτέμβρη ξεκινούσε ο τρύγος. Όλοι κατέβαιναν στ’ αμπέλια, τα καλάθια γέμιζαν σταφύλια και το πατητήρι ζωντάνευε με τραγούδια. Το κρασί έμπαινε στα βαρέλια και λίγο αργότερα άναβαν τα καζάνια για το τσίπουρο. Εκεί, οι γειτονιές μαζεύονταν σε ένα γλέντι που συνδύαζε τον μόχθο με τη διασκέδαση.
Σημαντική θέση είχαν οι καρποί του φθινοπώρου. Καρύδια, κάστανα, μήλα και αχλάδια μπαίναν στις αποθήκες. Στα χωράφια ξεκινούσε η σπορά των σιτηρών και των χειμωνιάτικων λαχανικών.
Και τότε ερχόταν η ώρα για το αραποσίτι. Ο θερισμός του καλαμποκιού ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία. Οι γυναίκες έκοβαν τους καλαμιώνες, έδεναν τα δεμάτια και τα κουβαλούσαν στην αυλή. Εκεί ξεκινούσε το ξεφλούδισμα: όλοι μαζί, συγγενείς και γείτονες, καθισμένοι γύρω από μεγάλους σωρούς, τραβούσαν τα φύλλα και αποκάλυπταν τα χρυσά καλαμπόκια. Δεν έλειπαν τα πειράγματα, τα γέλια και οι ιστορίες, κάνοντάς το κοπιαστικό έργο πιο ευχάριστο.
Το καλαμπόκι είχε πολλαπλή αξία: οι καρποί γίνονταν αλεύρι για πίτες, κατ’ ευθείαν βραστός στο καζάνι ή ψητός στα κάρβουνα ήταν καθημερινό φαγητό, ενώ οι κοτσανόφυλλοι και τα καλαμποκόφυλλα κρατούσαν τα ζώα τον χειμώνα. Στις αποθήκες κρεμούσαν τα κίτρινα καλαμπόκια σε αρμαθιές, που έδιναν χρώμα και ζωή στις αυλές.
Παράλληλα, οι οικογένειες μάζευαν πατάτες, στοίβαζαν ξύλα για τον χειμώνα, έφτιαχναν γλυκά του κουταλιού και μαρμελάδες. Οι εκκλησιαστικές πανηγύρεις του Σεπτέμβρη και του Οκτώβρη, με κορυφαία του Αγίου Δημητρίου, συμπλήρωναν τον κύκλο της δουλειάς με προσευχή και κοινωνικότητα.
Έτσι, οι φθινοπωρινοί μήνες στα χωριά ήταν μια εποχή έντασης αλλά και γιορτής. Ο τρύγος, το αραποσίτι, οι σπορές και οι προετοιμασίες για τον χειμώνα συνέδεαν την οικογένεια και την κοινότητα.
Όμορφες εποχές για όσους τις έζησαν…
Εποχές που χάθηκαν με τον καιρό, μα έμειναν χαραγμένες στις ψυχές όσων τις έζησαν. Σήμερα τις θυμόμαστε με νοσταλγία, σαν εικόνες που δύσκολα θα ξαναζήσουμε.
Κρίμα που τέτοιες εικόνες σιγά σιγά εκλείπουν, αφήνοντας μόνο τις μνήμες να κρατούν ζωντανή την παράδοση.
*Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδος “Γορτυνία”




