Ντοπολαλιές της Γορτυνίας- Λέξεις που έχουν την δική τους σημασία!

gortynia

** Γράφει ο Νίκος Σαραντάκος – https://sarantakos.wordpress.com

Η Γορτυνία ήταν επαρχία του νομού Αρκαδίας, όταν υπήρχαν επαρχίες. Ταυτίζεται περίπου με τον σημερινό καλλικρατικό δήμο Γορτυνίας, που έχει πρωτεύουσα τη Δημητσάνα. Είναι η πιο δυτική από τις τέσσερις επαρχίες του νομού. 

Λένε ότι το μοραΐτικο ιδίωμα αποτέλεσε τη βάση για την τυποποιημένη ελληνική μετά τη συγκρότηση του κράτους, αλλά αυτό δεν αποκλείει την ύπαρξη τοπικών ιδιωματισμών που δεν ανήκουν στην κοινή.

Δεν χρειάζονται περισσότερα για εισαγωγή, παραθέτω όσα έγραψε ο φίλος μας ο Λάμπας και περιστασιακά σχολιάζω [μέσα σε αγκύλες]

45 λέξεις από τη Γορτυνία

Τις παρακάτω λέξεις τις έχω συναντήσει όλες στον καθημερινό λόγο. Επειδή όμως το ιδίωμα υποχωρεί και ορισμένες είχα χρόνια να τις ακούσω, χρειάστηκε να συμβουλευτώ, για να επιβεβαιώσω κάποιες σημασίες, το «Τοπικό λεξικό της Γορτυνίας» του Ηλία Καραμάνη και διάφορα τοπικά γλωσσάρια που υπάρχουν στο διαδίκτυο – βρίσκεις, ευτυχώς,  πολλά πλέον.

αναζουπάω = ξαναζωντανεύω, συνέρχομαι από λιποθυμία ή αρρώστια, ανακτώ τις δυνάμεις μου   

Εκεί που την είχαμε για θάνατο, η γριά αναζούπησε!

ανάκαρο (το) = δυνάμεις, αντοχή

Κάποτε τα έκανα όλα μόνος μου, αλλά τώρα πια δεν έχω ανάκαρο.

[Τη βρίσκουμε συχνά και ως νάκαρο, νάκαρα μάλιστα, στον πληθυντικό: δεν έχω νάκαρα]

 ανατσουτσουρώνομαι = αντιδρώ σε έναν κίνδυνο ή μια πρόκληση, παίρνοντας απειλητική στάση.

Έχεις δει τη γάτα πώς ανατσουτσουρώνεται, μόλις δει το φίδι;

Μη μου ανατσουτσουρώνεσαι εμένα!  Δε σε φοβάμαι! 

 βοϊδογλειψιά = η φράντζα. Ο Καραμάνης σημειώνει, εύστοχα νομίζω, ότι η λέξη προέρχεται από το σχήμα που παίρνει το τρίχωμα των νεογέννητων μοσχαριών, όταν τα γλείφει η μάνα τους.

─Ποιος υπουργός είναι ο Τσοβόλας; 

─Αυτός με τη  βοϊδογλειψιά.

γλιστριά  (η)  =  το σκουλήκι της γης. Τις γλιστριές τις χρησιμοποιούσαμε ως δολώματα στο ψάρεμα.

δραπέτσι = κάτι πολύ ξινό. Η ετυμολογία που κυκλοφορεί για το «δραπέτη οίνο» μου φαίνεται εξωφρενική.  

Δραπέτσι την έκανες τη σαλάτα! Πόσο ξίδι έριξες;

[Κι όμως, αυτή είναι η επικρατέστερη ετυμολογία. Παραθέτω από το βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται: Δραπέτι ή δραπέτσι ή τραπέτσι λέγεται το πολύ δυνατό ξίδι και γενικότερα καθετί που έχει δυνατή, δριμεία γεύση, π.χ. το πολύ αλμυρό φαγητό, η δυνατή σκορδαλιά, το ξινισμένο κρασί ή το στυφό άγουρο φρούτο. Η λέξη ετυμολογείται από τη φράση «δραπέτης οίνος», όπως λεγόταν το κρασί που έχει ξινίσει, έχει χάσει τον χαρακτήρα του (ετυμολογία που πρότεινε ο Φ. Κουκουλες· και οι αρχαίοι έλεγαν εκτροπίαν οίνον το ξινισμένο κρασί).]

Είναι τος;  =Ζει; Είναι στη ζωή;

Είναι τος ο παππούλης σου;

 εμπατή =η είσοδος

Σου ’χω πει να μη βάνεις ευτού (ή εφτού;)  τ’ αμάξι σου. Μου κλεις την εμπατή!

 ζιούμπα (η) =  η καμπούρα

 καβούλα (η) =η  χιονόμπαλα (για χιονοπόλεμο)

 καρούλα (η) =  δερματικός ερεθισμός ή εξάνθημα που οφείλεται σε χτύπημα, τσίμπημα εντόμου ή αλλεργική αντίδραση

Γιόμισα καρούλες!  

 κατακιάζω = καταστέλλω, θέτω υπό έλεγχο, περιορίζω

Ήρθαν τα αεροπλάνα και την κατάκιασαν τη φωτιά. Ίσια που φαίνεται.

Το χέρι μου ήταν ταβούλι, αλλά η αλοιφή που μου ’δωσε ο γιατρός το κατάκιασε το πρήξιμο. 

 κατσιμπούλα (η) = η πεταλούδα

κατσ(ι)ούλα  (η)  =  η προσαρτημένη σε πανωφόρι κουκούλα για την προστασία του κεφαλιού

κεψέ (η) =  η τρυπητή κουτάλα

[Tη λέξη την ήξερα, αλλά στη Βόρεια Ελλάδα. Προφανές τουρκικό δάνειο]

κιώνω = τελειώνω, ολοκληρώνω κάτι

Παιδευτήκαμε, αλλά την κιώσαμε τη δουλειά.

κουμπλάω = κλείνουν τα μάτια μου από τη νύστα. Στα Γιάννενα συνάντησα και επίθετο Κουμπλομάτης.

Την πρώτη ώρα οι περισσότεροι μαθητές κουμπλάνε!

κουπώνω =σκεπάζω , κούπωμα= το καπάκι

λουμώνω = λουφάζω, κρύβομαι να μη με δουν, υποχωρώ, «μαζεύομαι»

Λούμω τώρα και μη μιλάς. Θες να σε τυλίξουν σε μια κόλα χαρτί;

λουπουνιάζομαι = πέφτω σε βαθύ ύπνο, λήθαργο

μαμούρι (το) = το μικρό παιδί (ανεξαρτήτως φύλου),  μαμούρα (η) =το κοριτσάκι

μαρτίνια (τα) = λίγα σε αριθμό οικόσιτα γιδοπρόβατα που κυρίως εξυπηρετούν τις διατροφικές ανάγκες της οικογένειας

μερελός = τρελός

μουτσουτσούνια (τα) =  νάζια, καμώματα

Μας παρακάλαγε τόσον καιρό να τον βάλουμε στο συνδυασμό και τώρα που του είπαμε να μπει, τάχα δε θέλει. Κάνει τα μουτσουτσούνια του!   

μπαρμπατσιόλα· στην έκφραση κουρεύτηκε μπαρμπατσιόλα =  κουρεύτηκε σύρριζα, εν χρω, με την ψιλή. Λέγεται και κουρεμπέτσα ή μυτζήθρα (προφανώς από το σχήμα).

μπαχαλός = διανοητικά καθυστερημένος, ξεκούτης, βλάκας  μπαχαλιαίνω =  ξεκουτιαίνω

Με είδε στο δρόμο και δε με γνώρισε. Έχει μπαχαλιάνει τελείως !

μπερλεκάτσι = ολόγυμνος, τσιτσίδι

Όταν ήμασταν μικρά, πέφταμε στο ποτάμι μπερλεκάτσι.

μπούλα (η) = μεταμφιεσμένος τις απόκριες, μασκαράς

μπρούκλης (ο)  =  πατριώτης που επέστρεψε ύστερα από χρόνια παραμονής στις ΗΠΑ

[Αυτό είναι της κοινής, αλλά βέβαια στη Γορτυνία είχε πολλούς που έφυγαν στην Αμερική]

ντεντελάω = δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου, τρεκλίζω, είμαι έτοιμος να καταρρεύσω

─Τόσο καιρό έχει βγει απ’ το νοσοκομείο και ακόμα ντεντελάει!

─ Long Covid το λένε.

ντώνω=  χαλαρώνω

Ντώσ’ το λίγο, για να το λύσεις μετά πιο εύκολα. 

Μ’ αυτό που μου ’δωσε ο γιατρός, μ’ έντωσε λίγο ο πόνος.    

ξαναφαίνω = εμφανίζομαι , αρχίζω να φαίνομαι, διακρίνομαι από μακριά

Σήκω!  Ξανάφανε το λεφορείο στη στροφή.  

πιτουρήθρες  = οι νιφάδες του χιονιού· αλλού σκαμαγκίδες (οι μικρές) και απλάδες (οι μεγάλες).

ρουτζώνω = σκυθρωπιάζω, μουτρώνω

Μόλις είδε το βαθμό της, ρούτζωσε.

σβερκώνω = ρίχνω κάποιον κάτω σε καβγά, τον καταβάλλω·  σβερκώνομαι = χάνω την ισορροπία μου και πέφτω.

Πρόσεχε, γιατί θα σε σβερκώσω!   

Γλίστρησα στον πάγο και σβερκώθηκα!

σγαρλάω = ξύνω με τα νύχια,  ανακατεύω, σκαλίζω, ερευνώ

Μην το σγαρλάς συνέχεια! Θα ματώσει. 

Σγάρλα λίγο τη φωτιά να πάρουν τα ξύλα. 

Όσο το σγαρλάς, τόσο βρομάει!

 [Αλλού: σγαρλίζω, ιδίως για τις κότες]

 σιάζω (πέρα από τις γνωστές σημασίες «φτιάχνω» και «διορθώνομαι») =κατευθύνομαι, τραβάω ίσια για κάπου.

 Έσιαξε κατά το βουνό.

σκασίλες  = το ποπκόρν!  Φτιάχνανε και τέτοιο.

σκατολέβατος (υβριστικό) = αφορεσμένος, καταραμένος, παλιάνθρωπος. Ο Καραμάνης παραθέτει ετυμολογία από το λεύω =λιθοβολώ· αν είναι έτσι, αρχική σημασία «αυτός που τον έχουν περιλούσει με σκατά  ή  είναι μέσα στα σκατά».

στασιό = σταματημός, ησυχία, ανάπαυση, συνήθως  στην έκφραση δεν έχει στασιό.  Λέγεται για άνθρωπο πολύ εργατικό,  αεικίνητο, υπερδραστήριο.

σιρίνα =ξύλο επίμηκες και κυλινδρικό που προορίζεται για καυσόξυλο αλλά κάποιες φορές χρησιμοποιείται… διαφορετικά.

Άρπαξε μια σιρίνα και τον πήρε στο κυνήγι.

της καλόγριας το ζωνάρι =το ουράνιο τόξο

τριδόνες: μόνο στην έκφραση  Τριδόνες έχεις; Λέγεται σε άνθρωπο που δεν μπορεί να κάτσει αλλά πηγαινοέρχεται, βηματίζει νευρικά κ.λπ. (μήπως οι αιμορροΐδες;)

[Πράγματι, είναι οι αιμορροΐδες. Και «τριδόνες έχει ο κώλος σου!»

τσ(ι)αλαφός = ελαφρόμυαλος, χαζούλης, τρελούτσικος

Τσιαλαφό είναι το κοριτσάκι. Νομίζει ότι με το που θα πάει στην Αθήνα, θα την πάρουν να δουλέψει στην τηλεόραση!  

φούλης/φούλα (και δεύτερος υποκορισμός: φουλάκος/φουλίτσα) = αδερφός/αδερφή (προφανώς από το αδερφούλης/αδερφούλα). Χρησιμοποιείται και ως προσφώνηση που δεν περιορίζεται μόνο στον αδερφό αλλά επεκτείνεται στον ξάδερφο και σε όποιον νιώθουμε σαν αδερφό.

Ευχαριστώ πολύ τον Λάμπα για την πολύ καλή συνεργασία.