O θάνατος του Πάνου Κολοκοτρώνη – Γράφει ο Ηλίας Γιαννικόπουλος

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

Οι αντιθέσεις, διενέξεις, αντιπαλότητες και εμφύλιες διαμάχες μεταξύ των Ελλήνων, θύμα των οποίων υπήρξε και ο Πάνος Κολοκοτρώνης, άρχισαν σχεδόν αμέσως μετά την εθνεγερσία του 1821 και κορυφώθηκαν το 1823 και 1824, δηλαδή, όταν ο Τούρκος δεν είχε ακόμα φύγει εντελώς από τα χώματά μας, όταν όλα παίζονταν και τίποτε δεν είχε κριθεί, και μάλιστα όταν ο Ιμπραήμ με τους Αραπάδες του ετοιμαζόταν να καταπνίξει την Επανάσταση και σχεδίαζε να αιχμαλωτίσει τον πληθυσμό του Μοριά και να καταστήσει την Πελοπόννησο αιγυπτιακή αποικία!

Ήδη από την αρχή του Αγώνα άρχισαν οι ανταγωνισμοί και οι διαμάχες μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών. Η διαίρεση οξύνθηκε με τον παραγκωνισμό των στρατιωτικών από την Συνέλευση των Καλτεζών και από την εκεί συγκροτηθείσα Γερουσία της Πελοποννήσου, στις 26 Μαΐου 1821.

Η διαμάχη κορυφώθηκε όταν ήρθε στην Πελοπόννησο ο Δημ. Υψηλάντης ως πληρεξούσιος της Ανωτάτης Αρχής (της Φιλικής Εταιρείας), αφ’ ενός γιατί αυτός ήθελε να έχει τον πρώτο λόγο σε όλα, αν και δεν διέθετε τα ανάλογα διοικητικά προσόντα, και αφ’ ετέρου γιατί από την πρώτη στιγμή της αφίξεώς του στο Άστρος τον Ιούνιο του 1821 τάχθηκε εμφανώς με το μέρος των στρατιωτικών, προκαλώντας έτσι αισθήματα ανησυχίας και απέχθειας στον κύκλο των πολιτικών.

Η διαίρεση «εμπλουτίστηκε» με τις προσωπικές φιλοδοξίες και τις πρωτοφανείς πολιτικές μηχανορραφίες του Φαναριώτη Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και λίγο αργότερα με την αληπασάδικη πολιτική του Ηπειρώτη γιατρού Ιωάννη Κωλέττη, τους οποίους οι Πελοποννήσιοι θεωρούσαν ως ξένα σώματα. Οι διαμάχες δεν έλειψαν ούτε κατά την Α΄ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο (Δεκέμβριος 1821) ούτε κατά την Β΄ στο Άστρος (Μάρτιος 1823). Τα πάθη οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο, ενώ στη Γορτυνία η οικογένεια των Δεληγιανναίων έφθασε σε ένοπλη σύγκρουση με την οικογένεια των Πλαπουταίων!

Όμως εσωτερική διαμάχη ταλάνιζε και την ίδια την εκλεγείσα από τις Εθνοσυνελεύσεις «Προσωρινή Διοίκηση», που είχε μοιραστεί σε δύο σώματα, το «Βουλευτικό» και το «Εκτελεστικό», καθώς κι αυτά αλληλοϋποβλέπονταν και υπονόμευε το ένα το έργο του άλλου. Κάποια στιγμή το 1823 η μέχρι τότε επικράτηση των πολιτικών ή «ολιγαρχικών» αμφισβητήθηκε εμπράκτως από τους στρατιωτικούς ή «δημοκρατικούς», με αρχηγό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, έτσι που σε λίγο η μη πλήρως ελευθερωθείσα εισέτι Ελλάδα είχε το πρωτοφανές προνόμιο, πριν ακόμα αποκτήσει κρατική οντότητα, να διαθέτει δύο βουλευτικά και δύο εκτελεστικά σώματα, δηλ. δύο κυβερνήσεις, μία στην Τριπολιτσά και μία στο Κρανίδι!!! Η πρώτη φάση του εμφυλίου ή ο πρώτος εμφύλιος, όπως ονομάστηκε, ήταν γεγονός!

Το 1824 τα πράγματα έλαβαν ακόμα πιο δυσάρεστη, αλλά διαφορετική τροπή. Οι Πελοποννήσιοι είδαν ότι παραγκωνίζονται από τους συνασπισμένους Στερεοελλαδίτες και τους Νησιώτες. Μάλιστα, όταν τον Οκτώβριο του 1824 έγινε εκλογή νέας Κυβέρνησης, όλες τις θέσεις κατάλαβαν Νησιώτες και Ρουμελιώτες. Τότε οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου ξεσήκωσαν ένοπλη ανταρσία στις επαρχίες τους και έτσι άρχισε ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, στον οποίο οι πολιτικοί είχαν τώρα σύμμαχο και τον παλαιό τους αντίπαλο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Η Κυβέρνηση όμως του Υδραίου Γεωργίου Κουντουριώτη, δεν ήταν εύκολος αντίπαλος. Ανέπτυξε εξαιρετική δραστηριότητα, και με τη βοήθεια των Ρουμελιώτικων στρατευμάτων, υπό την αρχηγία του μακιαβελικού Κωλέττη, συνέτριψε τους στασιαστές ή «αντάρτες», όπως λέγονταν. Είχε ήδη έρθει και η πρώτη δόση του αγγλικού δανείου, το οποίο όμως δεν διετέθη για τις ανάγκες του Αγώνα, αλλά κατασπαταλήθηκε από την ελληνική Κυβέρνηση για μικροκομματικούς σκοπούς και για εξαγορά συνειδήσεων.

Τελικά, η Πελοπόννησος κατεστράφη ολοσχερώς από την «εχθρική» εισβολή των Ρουμελιωτών, ενώ ο Κολοκοτρώνης και άλλοι 24 Πελοποννήσιοι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί, βλέποντας το μάταιο του περαιτέρω αγώνα τους, παραδόθηκαν ή συνελήφθησαν και εξορίστηκαν στην Ύδρα, όπου και φυλακίστηκαν τον Γενάρη του 1825 στο μοναστήρι του Προφήτου Ηλία. Αποφυλακίστηκαν τον Μάϊο του 1825, όταν είχε ήδη αποβιβασθεί ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, αλώνιζε στον τόπο χωρίς σοβαρή αντίσταση και η κυβέρνηση Κουντουριώτη βρισκόταν σε πραγματικό αδιέξοδο.

Ο θάνατος του Πάνου Κολοκοτρώνη τοποθετείται μέσα σε αυτό το ταραγμένο και ζοφερό τοπίο της κορύφωσης του δεύτερου εμφύλιου πολέμου, στους τελευταίους μήνες του 1824, και συγκεκριμένα στις αρχές Νοεμβρίου.

Όταν τον Οκτώβριο του 1824 εξερράγη ανταρσία των αντικυβερνητικών ή ανταρτών στη Μεσσηνία, και συγκεκριμένα στην Αρκαδιά, εκ μέρους της Κυβέρνησης ανέλαβε ο Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας, υπουργός τότε των Εσωτερικών, να την καταπνίξει. Κατά του Παπαφλέσσα εστάλη ισχυρή δύναμη αντικυβερνητικών υπό τον Κανέλλο Δεληγιάννη, τον Γενναίο Κολοκοτρώνη, τον Πάνο Κολοκοτρώνη και άλλους. Ο Παπαφλέσσας ηττήθη στη Μεσσηνία και κυνηγημένος από τους εναντίους επέστρεψε στον κάμπο της Τριπολιτσάς και εκείθεν στο Άργος και στο Ναύπλιο. Η Κυβέρνηση έστειλε ενισχύσεις στην Τριπολιτσά, κυρίως Ρουμελιώτες μισθοφόρους υπό τον Βάσο Μαυροβουνιώτη, τον Χατζηχρήστο, τον Χατζή Στεφανή και άλλους, που εξαπλώθηκαν στα χωριά της περιοχής. Οι Δεληγιανναίοι και ο Κολοκοτρώνης είχαν καταλάβει τη Συλήμνα και κατά κάποιο τρόπο πολιορκούσαν την Τριπολιτσά. Ο Γενναίος είχε καταλάβει τα χωριά Ρίζες, Μεϊμέταγα, Καπαρέλι και Καμάρι, και άλλοι άλλα χωριά.

Τότε διετάχθη και ο Πάνος από τη Μεσσηνία να έρθει με τους στρατιώτες του προς την Τριπολιτσά, όπως και ήρθε, και στις 12 Νοεμβρίου 1824 κατέλαβε το χωριό Θάνα. Ευρισκόμενος εκεί ο Πάνος πληροφορήθηκε ότι συνελήφθη αιχμάλωτος και κρατείται στο χωριό Βουνό ο Γορτύνιος αντικυβερνητικός οπλαρχηγός Στάϊκος Σταϊκόπουλος, ο πορθητής του Παλαμηδίου, και έτρεξε προς βοήθειά του. Μαθαίνοντας όμως ότι ο νεώτερος αδελφός του Γενναίος βρισκόταν στο Καμάρι, πήγε τον αντάμωσε και συμφώνησαν την επομένη να επιτεθούν ταυτόχρονα κατά των αντιπάλων τους.

Τότε όμως συνέβη κάτι συνταρακτικό. Οι στρατιώτες του Πάνου, που τους οδηγούσαν οπλαρχηγοί επηρεασμένοι  από τον κυβερνητικό Δημ. Πλαπούτα, εγκατέλειψαν τον Πάνο και οπισθοχώρησαν φεύγοντας. Έμεινε ο Πάνος με τον γραμματικό του, τον υπασπιστή του και τον τσαούση του, δηλ. τον σιτιστή του. Μόνοι πήραν το δρόμο προς το χωριό Μπεσίρι, για να μεταβούν μέσω Μάκρης στη Συλήμνα, όπου βρισκόταν ο πατέρας του, ο Αναγνώστης Δεληγιάννης και άλλοι πολιτικοί και οπλαρχηγοί, εκεί δηλαδή όπου βρισκόταν το «Αρχηγείο» των αντικυβερνητικών ή «ανταρτών».

Μόλις κατέβηκαν στο ίσιωμα του δρόμου δέχτηκαν δύο βολές από δύο στρατιώτες του Βάσου Μαυροβουνιώτη που βρίσκονταν σε μακρινή απόσταση. Η μία αστόχησε, αλλά η δεύτερη χτύπησε καιρίως τον Πάνο στο κεφάλι εκ των όπισθεν και τον άφησε άπνουν. Ο ίδιος αυτόπτης μάρτυρας βεβαιώνει, ότι εκεί πλησίον, πίσω από κάτι πέτρες που σχημάτιζαν μικρό βράχο, βρίσκονταν 20 με 30 στρατιώτες από την Τριπολιτσά του Κώτσιου Βούλγαρη, που, αν και είδαν τον Πάνο διερχόμενο, δεν τον πυροβόλησαν, αλλά όταν έπεσε νεκρός όρμησαν να λαφυραγωγήσουν τα πράγματα και τα ενδύματά του, ενώ οι συνοδοί του είχαν τραπεί σε φυγή!

Είναι αξιοσημείωτο, ότι από τότε και μέχρι σήμερα έχουν παραμείνει αδιευκρίνιστες οι ακριβείς συνθήκες που οδήγησαν στον θάνατο του Πάνου Κολοκοτρώνη. Κυρίως διατυπώθηκαν αμφιβολίες αν επρόκειτο περί τυχαίου φόνου ή προμελετημένης και προσχεδιασμένης δολοφονίας. Παρ’ όλο το ενδιαφέρον αυτής της «συνωμοσιολογικής» άποψης, αν μελετήσει κανείς τις ιστορίες του Σπ. Τρικούπη, του Κων. Παπαρρηγόπουλου,  την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών και άλλες, αλλά και τα έργα των αγωνιστών Κανέλλου Δεληγιάννη, Νικολάου Σπηλιάδη, Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Αμβροσίου Φραντζή, Μακρυγιάννη και Αναγνώστη Κοντάκη, τα απομνημονεύματα του ίδιου του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, πατέρα του Πάνου, και κυρίως τα απομνημονεύματα του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα Θ. Ρηγόπουλου, στα οποία κανείς δεν ομιλεί για δολοφονία, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μάλλον επρόκειτο για τυχαίο συμβάν, για ένα θλιβερό επεισόδιο του εμφυλίου Πολέμου. Ιδιαίτερη βαρύτητα στο ζήτημα αυτό έχει η μαρτυρία του Ρηγόπουλου, ο οποίος αποκλείει  το γεγονός να κτυπήθηκε ο Πάνος από κοντά, και δη από τους κρυμμένους στρατιώτες του Κώτσιου Βούλγαρη, γιατί ρητά αναφέρει, ότι αυτοί δεν πυροβόλησαν, παρά μόνο όταν ο Πάνος ήταν ήδη νεκρός, μόνο και μόνο για να διώξουν τους συνοδούς του και να τον συλήσουν.

Ο μόνος που αναφέρεται σε πιθανότητα δολοφονίας, αλλά εντελώς παρεμπιπτόντως και μόνο ως άποψη άλλων, την οποία δεν φαίνεται να υιοθετεί, είναι ο Μιχ. Οικονόμου. Αντίθετα, ρητά και κατηγορηματικά αποκλείει την περίπτωση δολοφονίας ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης, προεστός από την Αρκαδιά και πολιτικός φίλος του Πάνου κατά την εποχή του τραγικού θανάτου του.

Όπως, όμως, και αν έχει το πράγμα, δηλ. είτε επρόκειτο περί τυχαίου συμβάντος είτε περί δολοφονικού σχεδίου, το αποτέλεσμα παραμένει ένα και το αυτό: χάθηκε η ζωή ενός εξέχοντος νέου που θα μπορούσε μελλοντικά να προσφέρει πολλά στην πατρίδα τόσο στον στρατιωτικό όσο και στον πολιτικό τομέα.

Ο Πάνος ήταν  σπουδαγμένος στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας. Παρόλα ταύτα, όταν επέστρεψε από τα Επτάνησα στην αγωνιζόμενη Ελλάδα τον Απρίλιο του 1821, επέδειξε έντονη πολεμική δραστηριότητα. Διακρίθηκε κατά τις μάχες του Βαλτετσίου, την πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς, την εισβολή του Δράμαλη και σε πολλές άλλες αποστολές που του ανέθετε ο αρχιστράτηγος πατέρας του. Είχε αναλάβει σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα, όπως πολιτάρχης της Τριπολιτσάς και φρούραρχος του Ναυπλίου, και έφθασε στον βαθμό του χιλιάρχου! Προσδεδεμένος, όπως ήταν φυσικό, στο άρμα του πατέρα του, ακολουθούσε την πολιτική του. Από την πλευρά του, ο Γέρος τον υπεραγαπούσε, περίμενε πολλά από αυτόν και τον θεωρούσε ως στήριγμα και διάδοχό του. Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς την μελλοντική εξέλιξη του Πάνου, όταν ο αγράμματος αδελφός του Γενναίος έφτασε να γίνει υπασπιστής του Βασιλιά και Πρωθυπουργός της χώρας!

Ο θάνατος του Πάνου είχε σπουδαιότατες συνέπειες στην πολιτική ζωή του τόπου μας, γιατί άλλη θα ήταν η εξέλιξη των πραγμάτων, αν αυτός δεν σκοτωνόταν άδοξα τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή. Η άδικη απώλεια του Πάνου και ο συνακόλουθος ψυχικός κλονισμός του πατέρα του και των άλλων οπλαρχηγών και πολιτικών, πάγωσε τη δραστηριότητα του αντικυβερνητικού στρατοπέδου, σε μια στιγμή που όλα έδειχναν ότι η Κυβέρνηση Κουντουριώτη έχανε έδαφος, αφού σχεδόν όλοι οι σημαίνοντες Μοραΐτες ήσαν εναντίον της. Θα αποτρεπόταν έτσι η παράδοση και φυλάκιση τόσων οπλαρχηγών και προεστών στην Ύδρα και θα αποτρεπόταν η εισβολή των Ρουμελιωτών στην Πελοπόννησο και η παντελής καταστροφή της. Ίσως και να μη πετύχαινε η απόβαση του Ιμπραήμ, που τελικά έγινε τόσο ανεμπόδιστα!

Από μιαν άλλη άποψη, όμως, θα μπορούσαμε να ειπούμε, ότι ο άδικος θάνατος του Πάνου Κολοκοτρώνη συνετέλεσε κατά κάποιο τρόπο στο να λήξει ο εμφύλιος πόλεμος! Γιατί με την αποδυνάμωση του Μοραΐτικου στρατοπέδου, την φυλάκιση τόσων προκρίτων και οπλαρχηγών στην Ύδρα και την καταστροφή της Πελοποννήσου από τους Ρουμελιώτες, η Κυβέρνηση Κουντουριώτη επικράτησε στα πολιτικά πράγματα εις βάρος της αντίπαλης μερίδας. Εξάλλου, η εισβολή του Ιμπραήμ ένωσε τους Έλληνες ενώπιον του μεγάλου κινδύνου!

Ο άδικος θάνατος του Πάνου Κολοκοτρώνη ας γίνει σε όλους μας μάθημα εθνικής αυτογνωσίας και μήνυμα ενότητας. Οι διαφωνίες και οι αντιγνωμίες στην πολιτική είναι γόνιμες και καρποφόρες, αλληλένδετες με το δημοκρατικό μας σύστημα, αλλά ποτέ δεν πρέπει να φτάνουν στη μισαλλοδοξία και  στον διχασμό. Καλές είναι οι διαφορετικές απόψεις, αλλά πάντοτε πρέπει να έχουν ως επίκεντρο το εθνικό συμφέρον. Γι’ αυτό ας μάθουμε να ζούμε με τον καλόπιστο διάλογο, την υποχωρητικότητα, την αγάπη, τη συνεννόηση, τη σύμπνοια και τη συνδιαλλαγή, ώστε να μην ξαναζήσουμε στον τόπο μας αδελφοκτόνους εμφύλιους πολέμους, σαν αυτόν που έστειλε πρόωρα στον τάφο τον Πάνο Κολοκοτρώνη και τόσους άλλους Έλληνες!

 ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ