**Γράφει ο Αθ. Στρίκος (Ταξίαρχος -Εκπαιδευτικός)
«Ὁ ὡραῖος κάλλει…»
Ὁ ὡραῖος κάλλει παρὰ πάντας βροτούς
ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται
ὁ τὴν φύσιν ὡραῒσας τοῦ παντός.
Ποιός νους, ποιά ψυχή συνέλαβε αυτούς τους στίχους και τους κράτησε μέσα στο λόγο του ανθρώπου! Αυτήν την τόσο υψηλής εμπνεύσεως ποίηση, που από το αισθητό κάλλος σε μεταφέρει στο υπεραισθητό, από τη Γη στον Ουρανό! Κι αυτό να είναι ελάχιστο δείγμα από την ατελείωτη Βυζαντινή υμνογραφία.
Όμως ας έρθουμε στις λέξεις, ας τις επισκεφθούμε (ἀρχὴ παιδεύσεως ὀνομάτων ἐπίσκεψις – Αντισθένης) και ας τις δούμε μία μία για να προσεγγίσουμε κάπως το τρίστιχο. Και ὡραῖος εδώ είναι ο πλήρης χάριτος. Και ὡραῖος κάλλει ο πανέμορφος, ο λαμπρός με αθάνατο κάλλος θεϊκό. Και οι δύο λέξεις, ὡραῖος και κάλλος, από τις πιο μεγαλοπρεπείς και ονειρώδεις της ατέλειωτης ελληνικής γλώσσας, που κατεβαίνουν από τον Όμηρο.
Ὡραῖος ειδικότερα είναι αυτός που είναι στην ώρα του δηλαδή ο εν τόπω και χρόνω. Και ο Χριστός, στον οποίον ο ποιητής αναφέρεται, είναι εν παντί χρόνω και τόπω. Το δε κάλλος εδώ δεν είναι απλώς ένα εξωτερικό γνώρισμα, εξωτερική φυσική καλλονή, αλλά σχετίζεται και με τη χάρη, την αρετή και το κάλλος της ψυχής. Η ίδια η ωραιότης, η ομορφιά, ό,τι κάλλιστο, ομορφοκαμωμένο πρόσωπο ή πράγμα, το αριστούργημα. «Δεινόν τι κάλλος καὶ μέγεθος», λέει ο Ξενοφών. Και ο ὡραῖος κάλλει ο Χριστός.
Οι Έλληνες δημιούργησαν το κάλλος και έζησαν γι’ αυτό. Δεν είχαν απλή αγάπη, αλλά υπήρξαν λες για το κάλλος και το ωραίο, το οποίο εκδηλώθηκε με ποικίλους τρόπους στην φιλοσοφία, την ποίηση, τις τέχνες γενικά και προπαντός στη γλώσσα τους που την έφτασαν σε ακρότατα εκφραστικά άκρα, όπως φαίνεται και από το τρίστιχο για το οποίο μιλάμε. Και χιλιάδες λέξεις της αρχαίας και της νέας ελληνικής με πρώτο ή δεύτερο συνθετικό το κάλλος (καλλίβλαστος, καλλιγάληνος = ο έχων γαλήνιο πρόσωπο, καλλιγένεια, καλλιγραφία, καλλίγλωττος, καλλιέπεια, καλλιεργῶ, καλλίκαρπος κλπ κλπ κλπ), πάμπολλα κύρια ονόματα (Καλλιάδης, Καλλιάναξ, Καλλίας, Καλλίβιος, Καλλικλῆς, Καλλικρατίδας), τοπωνύμια, ακόμη και ποτάμια και όρη και ακρωτήρια έχουν ως πρώτο συνθετικό το κάλλος. Και γενικά, όπως είπαμε, οι Έλληνες ζούσαν γι’ αυτό. Οι δε πόλεις όλες ήσαν γεμάτες αγάλματα, περισσότερα απ’ τους ανθρώπους, με χαραγμένη στα μάρμαρα την ψυχή των Ελλήνων.
Και ήταν ωραίος «παρὰ πάντας βροτούς» δηλαδή απ’ όλους τους ανθρώπους. Βροτός είναι ο θνητός άνθρωπος, ο ρευστός, ο φθαρτός. Και απ’ όλους τους ανθρώπους Αυτός ήταν ο ωραιότερος, ο λαμπρότερος, ο Χριστός.
Αυτό λοιπόν, το απόλυτον κάλλος «ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται». Και εδώ η μεγάλη αντίθεση. Η λέξη ανείδεος είναι φοβερή. Απορεί κανείς πού πήγε και τη βρήκε ο ποιητής και τη φύτεψε εδώ.
Για να καταλάβουμε τη σημασία του ανείδεος θα δούμε πρώτα το αντίθετό της, που είναι ο ευειδής = ο έχων ωραία μορφήν. Και ευειδής γυναίκα είναι η ωραία, η πάγκαλλος, όχι μόνο στο πρόσωπο αλλά παντού. Αυτός είναι ο ευειδής. Το ουσιαστικό είναι ειδή κι αυτό πήρε ο ποιητής, έβαλε το άλφα το στερητικό και έγινε ανείδεος. (Αν η λέξη αρχίζει από φωνήεν, όταν σ’ αυτή βάλουμε άλφα στερητικό, πρέπει να παρεμβληθεί ένα ν χάριν ευφωνίας πχ ικανός ανίκανος, άνυδρος, ανείδεος). Και ενώ ο ευειδής είναι ο έχων ωραίαν μορφήν, ο ανείδεος αυτός που δεν έχει είδος, μορφή, δηλαδή ο ανειδής, ο άμορφος. Και στη νεκρώσιμη ακολουθία ακούμε άμορφον, άδοξον κλπ. Αυτός είναι ο ανείδεος. Και βεβαίως νεκρός είναι ο πεθαμένος, το λείψανο του νεκρού, το σκήνος.
Ο πιο λαμπρός λοιπόν απ’ όλους τους ανθρώπους εμφανίζεται (καταφαίνεται) ως άμορφος νεκρός. Ποίος; «Ὁ τὴν φύσιν ὡραῒσας τοῦ παντός». Εκείνος που κατακόσμησε, ομόρφυνε, καλλώπισε, που τη φύση ολόκληρη του σύμπαντος κόσμου ωράισε. (Ὡραιόω το ρήμα). Και το ωραίος, που είδαμε στην αρχή, το βλέπουμε και στο τέλος ως ρήμα. Ενώ η φύσις εδώ είναι κυρίως με τη φιλοσοφική της έννοια δηλαδή της γέννησης, της αρχής, της ουσίας, αλλά και της αισθητής φύσης, αυτού που βλέπουμε γύρω μας.
Και βεβαίως τα κείμενα αυτά ή τα καταλαβαίνει κανείς στη γλώσσα που είναι γραμμένα ή δεν τα καταλαβαίνει. Είναι σαν την καρδιά που ή χτυπά ή δεν χτυπά, αφού αυτά τα κείμενα δεν μεταφράζονται, αλλά νοιώθονται. Και αυτός είναι ο λόγος που επεχείρησα μόνο να αποδώσω τις λέξεις. Και τί εικόνες δίδει μ’ αυτές ο ποιητής! Και λέξεις που δεν γίνονται εικόνες, δεν ζωγραφίζουν, δεν είναι λέξεις.
Από ’δώ και πέρα φανταστείτε αυτή την ποίηση να είναι ιστορημένη με μουσική. Να έχει «λογοαοιδικόν τρόπον», όπως λέει ο Παπαδιαμάντης, (λόγος + ἄδω, αεῒδω), που είναι «οἰκειότερος εἰς τὴν ἀκοὴν καὶ εἰσδύει βαθύτερον πάντοτε εἰς τῶν ἀκροατῶν τὰς καρδίας». Όπως ήταν ολόκληρη η ελληνική γλώσσα, τότε που είχε την προσωδία και αργότερα τους τόνους και τα πνεύματα, που εμείς άσκεφτα καταργήσαμε. Και ήσαν οι τόνοι και τα πνεύματα, όπως λέει ο Στέλιος Ράμφος, «ἡ κυπαρισσένια μνήμη ὀργανικῆς σχέσεως ἐκφράσεως καὶ γραφῆς σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ ἀνεδύθη ἀπό μουσικούς ῥυθμούς». Και όχι μόνον αυτό, αλλά και η ακρίβεια και η ποικιλία του λεξιλογίου. Στους τρεις στίχους ας προσέξουμε την ποικιλία και τί κάθε μία λέξη εκφράζει, και την καθαρότητά τους ώστε αβίαστα αποκαλείς τον λόγον αυτόν θεϊκόν και ουράνιον. Και όπως ο Χριστός είναι ο ὡραίος κάλλει, ανάλογος και ο λόγος που εκφράζονται τα νοήματα. «Εἰς ἔτοιο πόλεμο γροικᾶ ἴντα ζητᾶ ἔτοια μάχη», λέει ο Κορνάρος. Ο ποιητής εδώ γνωρίζει τι λόγο θέλει για να εκφραστεί το ασύλληπτο θείο μεγαλείο.
Πώς δεν είχα προσέξει αυτόν τον λόγον; Βεβαίως, όπως όλα τα εγκώμια της Μ. Παρασκευής τον άκουγα, αλλά ομολογώ πως δεν είχα σταθεί ποτέ στην κάθε λέξη. Σήμερα όμως με κράτησαν οι ίδιες και βλέποντάς τες μια μια ταράχτηκα. Γιατί δεν πρόκειται για εκπομπή μηνυμάτων, αλλά για υπερούσιον ποιόν, που αναδύεται από το σύνολο της στροφής, από όλες τις στροφές αυτών των ύμνων, των εγκωμίων. Καλή Λαμπρή
Υστερολόγιο: Δεν θέλω να χαλάσω την ατμόσφαιρα μα θα το πω. Εμείς σήμερα αντιμετωπίζουμε τη γλώσσα μας αντιπνευματικά, ως επίσημο κράτος και ως υπουργείο παιδείας, και το σύνθημα που επικρατεί είναι να μην κουραστούν τα παιδιά, να μην κουραστούμε όλοι μας, δεν υπάρχει χρόνος. Και τους μεταφράζουμε τον Παπαδιαμάντη. Αλήθεια πώς θα μεταφράσουμε τη φράση του «λογοαοιδικός τρόπος» που είπαμε παραπάνω; Και ποιος είπε ότι το παιδί δεν πρέπει να του δώσουμε το δικαίωμα στα δύσκολα που πλάθουν και τις ψυχές γενναίες; Κι αν δεν έχουμε χρόνο και διάθεση γι’ αυτά τότε πού θα βρεθεί χρόνος να στοχαστούμε; Αφήστε πια τους μεγάλους δημοσιογράφους και εκφωνητές που ασεβούν.
Και τα παιδιά δεν σκέφτονται πια με λέξεις, έννοιες, αλλά με εικόνες, κινούμενα σχέδια, σπρέυ και μολότοφ. Δεν τα διδάξαμε ποτέ την ετυμολογία των λέξεων. Δεν τους είπαμε πχ ότι η αίθουσα είναι μετοχή του αίθω (αἴθων, αἴθουσα) που σημαίνει καίω, λάμπω. Και στην αίθουσα καίει και λάμπει το φως της γνώσεως. Πώς λοιπόν να τη σεβαστεί την αίθουσα, να μην τη γράψει, να μην τη βρωμίσει;
Ελληνική γλώσσα. Αστείρευτη πηγή. Πηγάδι να πιεί όλος ο κόσμος. Που εμείς τόχουμε στην αυλή μας και δυστυχώς το τσιμεντώσαμε και βγαίνουμε διακονιά να πάρουμε και να μυρικάσουμε ξένες λέξεις. Που μία οποιαδήποτε ελληνική να πιάσεις και να ασχοληθείς λίγο σοβαρά, σου ξεσηκώνει την ψυχή. Και γλώσσα ανώτερη απ’ την ελληνική καμμία πουθενά. Και τους νόμους τους έχουμε για να τους χαίρονται τα χαρτιά. Ενώ αν τους εφαρμόζαμε θα διαμόρφωναν και περιβάλλον ζηλευτό μέσα στο οποίο θα άξιζε να ζούμε. (Μιλώ για τις ξενόγλωσσες πινακίδες και τις απαίσιες αγγλικούρες που χρησιμοποιούμε. Σύγχωρείστε με). Και πάλι Καλή Λαμπρή σε όλους.



