Πατρών Χρυσόστομος: «Πυρπόλησε καρδιές καί πάλι Ἐθνεγέρτα Γερμανέ…»

Μέ ρίγη συγκινήσεως καί ἐνθουσιασμό μεγάλο, ἡ πόλις τῶν Πατρῶν, ὑποδέχτηκε, τά Ὀστᾶ τοῦ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανοῦ από τη Δημητσάνα, προκειμένου νά τιμηθῇ ὁ λαμπρός Ἐθνεγέρτης Ἱεράρχης πού ὓψωσε τό Λάβαρο τῆς Ἐπαναστάσεως στήν Ἁγία Λαύρα καί τήν Σημαία τοῦ Ἀγῶνος στήν Πάτρα τόν Μάρτιο τοῦ 1821, ὁρκίζοντας τούς Ὁπλαχηργούς καί Καπεταναίους μέ τό σύνθημα «Ἐλευθερία ἢ θάνατος».

Ὁ Αρκάς Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος, στήν εμπνευσμένη ὁμιλία του, εἶπε μεταξύ τῶν ἂλλων:

«Διακόσια χρόνια μετά τή δοξασμένη μέρα πού γλυκοχάραξε καί ἒλαμψε ἡ λευθεριά τῆς Ἑλλάδος βρίσκεσαι καί πάλι μεγάλε Ἱεράρχα στόν θρόνο σου, στήν Πάτρα, γιά νά πυρπολήσῃς  τίς καρδιές ὃλων μας, μέ τή λαύρα τῆς ἀγάπης γιά τόν Χριστό καί τήν Ἑλλάδα. Γιά νά διδάξῃς στά παιδιά μας τήν ἀληθινή ἱστορία καί νά τούς πῇς ποιά εἶναι ἡ Ἑλλάδα, ποιά εἶναι ἡ  δόξα της,  ποιές εἶναι οἱ θυσίες καί τά αἳματα ἡρώων καί μαρτύρων, πού εὐκλεῶς ἀγωνίστηκαν καί ἡρωικῶς ἒπεσαν γιά τήν ἐλευθερία της. Γιά  νά τούς ὁδηγήσῃς σέ μιά ἂλλη ἐπανάσταση, ἀπέναντι σέ ὃσους,  τήν ἱστορία παραχάραξαν καί τά δίκαια, γιά τά ὁποῖα ἐσύ καί οἱ ἂλλοι ἣρωες καί μάρτυρες τῆς λευτεριᾶς, ἀγωνιστήκατε μέχρις αἳματος, ἀπεμπόλησαν καί τήν γλῶσσα τήν Ἑλληνική καί τῆς φυλῆς τήν ἁγιασμένη παράδοση, ἀλλοίωσαν.

Σήμερα, κάθεσαι στό θρόνο σου, ὃπως εἶσαι θρονιασμένος καί στά φιλοκάρδια μας. Ὃλοι μας, ὁ ταπεινός Διάδοχός σου, ὁ Ἱερός Κλῆρος καί ὁ Λαός τῆς Ἐκκλησίας τῶν Πατρῶν, ἀναφωνοῦν ἐν ἑνί στόματι καί μιᾶ καρδίᾳ:

Ἀπόλαυέ σου τόν θρόνον Δέσποτα μακάριε, τρισόλβιε Γερμανέ.

Ἀπόλαυέ σου τόν θρόνον Ἐθνεγέρτα.

Ἀπόλαυέ τόν θρόνον πυρπολητά τῶν καρδιῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων.

Ἀπόλαυέ σου τόν θρόνον ρηξικέλευθε λαμπρέ τῆς Ἑλλάδος, βλαστέ.

Ἀπό αὐτόν τόν ὑψηλό καί Ἀποστολικό τῆς τῶν Πατρέων Ἐκκλησίας θρόνον, ἲδε εὐσπλάχνως τά τέκνα σου καί ὑπέρ αὐτῶν, Χριστόν τόν Θεόν καθικέτευε, ὣστε τήν πίστιν ἀτόφια νά διατηρήσουν, τήν ἀγάπη πρός τήν Πατρίδα, ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ νά προστατεύσουν καί νά διαφυλάξουν, τήν ἱερά παρακαταθήκη πού ἀπό τά ἂγια χέρια σου παρέλαβαν, στιβαρά νά κρατήσουν καί τήν λαμπάδα ἀναμμένη, στούς ἐπιγενομένους νά παραδώσουν. Αὐτή τήν γῆ πού τούς παρέδωσες, ἐσύ μέ τούς συναγωνιστάς σου, τούς πυρφόρους Κληρικούς καί τούς Ὁπλαρχηγούς καί  λεοντόκαρδους, τῆς λευτεριᾶς, Καπεταναίους καί ἀγωνιστές, ἐλεύθερη νά κρατήσουν, τήν ἑνότητα νά ὑπηρετήσουν καί τήν Ἑλλάδα ἒνδοξη στά χέρια τοῦ Θεοῦ νά παραδώσουν. Τήν Ἑλληνική γλῶσσα καθάρια νά τηρήσουν, τά πατρογονικά ἁγιασμένα Ἑλληνορθόδοξα ἢθη νά ὑπηρετήσουν.

Ἂν τότε, πατέρα μας δοξασμένε σέ χρειαζόταν τόσο ἡ Ἑλλάς, ἂν τότε στά δύσκολα καί φρικτά χρόνια τῆς πικρῆς σκλαβιᾶς ἢσουν ἡ παρηγοριά  τοῦ πονεμένου Λαοῦ, ἀλλά καί ἡ φωνή του, πόσο μᾶλλον τώρα, πού ἡ Πατρίδα μας, περνώντας ἀπό φρικτές συμπληγάδες, ἀγωνίζεται τήν παρακαταθήκη νά κρατήσῃ, τό καντήλι μπροστά στά εἰκονίσματα ἀναμμένο νά μένῃ, ὁ Σταυρός στούς τρούλους τῶν Ἐκκλησιῶν, ὁλόφωτος νά ἀστράφτῃ, τό αἷμα καθάριο στίς φλέβες, Ἑλληνικό καί Ὀρθόδοξο νά τρέχῃ.

Ἂν τότε, σέ εἶχε ἀνάγκη ἡ Πατρίδα,  τότε πού ἒπεσαν πάνω της, νά τήν κατασπαράξουν, ξέχωρα ἀπό τή φοβερή τουρκιά, ὃσοι τό μεγαλεῖο της ἐμίσησαν, τήν ἀντοχή της δέν ἂντεξαν, ἀπό τό φῶς της τυφλώθηκαν, πόσο μᾶλλον τώρα πού γείτονες ἐγγύς καί ἂλλοι μακράν τήν παράδοσή της πασχίζουν νά σβήσουν, τήν ἱστορία της καί τήν ἐδαφική της ἀκεραιότητα νά ἀμφισβητήσουν.

Ἂν τότε σέ εἶχαν ἀνάγκη τά παιδιά σου γιά νά τά ἐμπνέῃς καί νά τά καθοδηγῇς, νά τά ἐμψυψώνῃς καί νά τά παρηγορῇς, νά τά εὐλογῇς καί στή νίκη νά τά ὁδηγῇς, πόσο μᾶλλον τώρα, πού κάποιοι ὂχι μόνον ξένοι, ἀλλά φεῦ καί ἡμέτεροι, φροντίζουν τόν ἐνθουσιασμό τους νά ἀπομειώσουν, τά ὂνειρα ἀπό τήν ψυχή τους νά σβήσουν καί τήν πορεία τους πρός τήν δόξα καί τόν οὐρανό νά ἀνακόψουν.

Ἡ ἱστορία καί τό μέλλον τῆς Ἑλλάδος στηρίζονται σέ τρεῖς λέξεις, ἒλεγες, κλεινέ Ἱεράρχα.

Θρησκεία-Ἐλευθερία-Πατρίς. Αὐτό ἐπαναλαμβάνομε καί μεῖς.  Καί ἒσο βέβαιος ὃτι μέχρις αἳματος, ἂν χρειασθῇ, ὃσα μᾶς παρέδωκες θά ἀγωνισθοῦμε, νά τά κρατήσωμε.

Μυριόστομη ἡ κραυγή τῶν Πατρινῶν σήμερα πανσεβάσμιε, ἀγέρωχε, λεοντόκαρδε, γενναιόψυχε, ἀτρόμητε, ἀδιαπραγμάτευτε, Γερμανέ, διαπερνᾶ τούς αἰθέρες.

Ὡς εὖ παρέστης στήν πόλη σου, μεγάλε Ἱεράρχα.

Ὡς εὖ παρέστης στήν ἱερά καθέδρα σου, τῶν Πατρέων κλεινέ Ποιμενάρχα.

Ὡς εὖ παρέστης ἐν μέσῳ τῶν τέκνων σου, ἀοίδιμε Ἐθνεγέρτα.

Ἐμεῖς θά καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ καί θά μακαρίζωμε τήν μνήμη σου, καθρεφτιζόμενοι στήν καθάρια Ἑλληνορθόδοξη ψυχή καί μορφή σου καί παίρνοντας τῆς καρδιᾶς τοῦ Λαοῦ σου τήν λύρα ὡς Πατρινοί, ὡς Ἓλληνες, ὡς πολίτες τοῦ κόσμου θά ἑνώνωμε τήν φωνή μας μέ τίς φωνές τῶν σταυραετῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀητέ καί σταυραητέ μας, ἂδοντες ἓως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος.

Χαρά πού τὂχουν τά βουνά

Τά κάστρα περηφάνεια

Γιατί γιορτάζει ἡ Παναγιά

Γιορτάζει καί ἡ πατρίδα

Νά βλέπῃς Διάκους μέ σπαθιά

Παπάδες μέ ντουφέκια

Νά βλέπῃς καί τόν Γερμανό

Τῆς Πάτρας τόν Δεσπότη

Πῶς εὐλογάει τά ἃρματα

Κι εὐχέται τούς λεβέντες.

Καί ὡς ἀκροτελεύτιον ἐπαινετικόν λόγον, ἃμα δε  καί θριαμβευτικόν, τόν χαιρετισμόν, εὐλαβῶς, θά Σοῦ ἀπευθύνωμε:

Ἐλευθεριά ἢ θάνατος ἦταν τό ἒμβλημά Σου

Καί ἡ ἱστορία μέ χρυσᾶ  ἒγραψε τ’ ὂνομά Σου.

Αἰωνία Σου ἡ μνήμη πανσεβάσμιε λεβέντη, Δεσπότη, ἀτόφιε πατριώτη.

Αἰωνία Σου ἡ μνήμη τῆς Πατραχαΐας καί τῆς Ἀρκαδίας σέμνωμα.

Αἰωνία Σου ἡ μνήμη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Ὀρθοδοξίας συμπάσης καύχημα καί κλέος.

Τά Ὀστᾶ τοῦ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανοῦ θά παραμείνουν στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου Πατρῶν, ἓως καί τήν Δευτέρα 14 Ἰουνίου ἐ.ἒ., ὁπότε θά ἐπιστρέψουν στήν ἰδιαιτέρα του Πατρίδα, τήν Δημητσάνα.