Μπορεί η Γορτυνία να «αναπνεύσει» ξανά;

«Οι νέοι δεν ασχολούνται με την επαρχία». «Τα χωριά μας θα ερημωθούν». «Έρχονται μόνο κάθε καλοκαίρι και Πάσχα στο χωριό». «Δεν γίνεται κανένα σοβαρό έργο για τον τόπο». «Τα παιδία φεύγουν για να σπουδάσουν στην Αθήνα και δεν επιστρέφουν».

Γράφει ο Θεόδωρος Αγγ. Γιαννόπουλος*

Αυτές είναι εκφράσεις που λίγο πολύ, όλοι μας έχουμε ακούσει κάποια στιγμή στη ζωή μας. ειδικά όσοι έχουμε συγγενείς και φίλους που μένουν μόνιμα στην επαρχία. Και αυτές οι εκφράσεις αποτελούν ένα είδος παραπόνου. Ένα δικαιολογημένο παράπονο θα έλεγε ο γραφών. Υπάρχει αυτή η αίσθηση πως η επαρχία είναι εγκαταλελειμμένη στη μοίρα της. Τα παράπονο αυτό συναντάται παντού και δυστυχώς η Γορτυνία δεν είναι εξαίρεση.

Κανείς δεν αμφισβητεί πως η επαρχία εν γένει αντιμετωπίζει αρκετά προβλήματα, με τον κίνδυνο της ερήμωσης των μικρών χωριών να είναι ο μεγαλύτερος. Και εάν το πρόβλημα αυτό είναι μια φορά σημαντικό σε παραθαλάσσια μέρη, όπου συνήθως τα επισκέπτονται περισσότερος κόσμος, γίνεται εύκολα αντιληπτό πόσο πιο σημαντικό είναι για τα ορεινά χωριά. Για να λυθεί όμως αυτό το ζήτημα, θα πρέπει να είμαστε ρεαλιστές και δυστυχώς να αποδεχθούμε ορισμένες «σκληρές» αλήθειες. Πράγματι η ζωή στα χωριά, όπως την ήξεραν οι μεγαλύτεροι, αποτελεί μια γλυκιά ανάμνηση του παρελθόντος και δυστυχώς δεν μπορεί να συμβαδίσει με τον τρόπο που λειτουργεί ο σύγχρονος κόσμος.

Οι νέοι σήμερα, έχουν εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής, σκέψης, αλλά και προτεραιότητες. Για παράδειγμα, είναι λίγοι νέοι επιλέγουν να ασχοληθούν με τον αγροτικό τομέα ή γενικά να ασχοληθούν με τα θέματα του τόπου τους. Οι περισσότεροι προτιμούν να σπουδάσουν και να βρουν μια σταθερή δουλειά σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο, όπου και οι πιθανότητες απορρόφησης στον τομέα που τους ενδιαφέρει είναι μεγαλύτερες. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την γήρανση του πληθυσμού, αλλά και τον όλο και μικρότερο αριθμό γεννήσεων οδηγεί την επαρχία σε σμίκρυνση. Σημαίνει αυτό όμως πως η ελληνική επαρχία είναι καταδικασμένη να εξαφανιστεί ; Η απάντηση είναι όχι. Η επαρχία μπορεί να σωθεί και να παίξει ρόλο, εφόσον προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Υπάρχει χρόνος για να παρθούν μέτρα και να γίνουν έργα που μπορούν να ενισχύσουν τοπικές κοινωνίες και να αλλάξουν αυτή την εικόνα της παρακμής.

Ανά τα χρόνια, έχουν ακουστεί αρκετά φιλόδοξα έργα, τα οποία θα μπορούσαν να τονώσουν την οικονομία της Γορτυνίας. Το πιο κλασικό παράδειγμα, είναι αυτό της εκμετάλλευσης της λίμνης του Λάδωνα. Για να έρθει κάποιος και να απολαύσει το φαγητό ή τον καφέ του με θέα το «ελληνικό φιόρδ», χρειάζονται οι κατάλληλες υποδομές (δρόμοι, καφετέριες, καταστήματα κτλπ). Για να υπάρξει όμως επενδυτικό ενδιαφέρον για την περιοχή, πρέπει να υπάρχει και αντίστοιχος πληθυσμός που θα το υποστηρίζει και θα το συντηρεί. Με άλλα λόγια υπάρχει ένας «φαύλος κύκλος» ο οποίος γυρίζει γύρω από το θέμα του αριθμού των ανθρώπων που μένουν ή επισκέπτονται την περιοχή. Αυτός ο κύκλος όμως, μπορεί να σπάσει μέσω του τουρισμού…και του διαδικτύου.

Ας θέσουμε λοιπόν, πως ο στόχος είναι να αυξηθεί η δημοτικότητα της Γορτυνίας ως τουριστικός προορισμός και να αυξηθεί ο αριθμός των επισκεπτών. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν τρεις κύριοι τουριστικοί προορισμοί στην Γορτυνία : τα Λαγκάδια, η Δημητσάνα και η Βυτίνα. Αυτά τα τρία χωριά, μπορούν να προσφέρουν ζωή στα διπλανά μικρότερα χωριά. Δεν πρέπει να βλέπουμε τα υπόλοιπα χωριά της Γορτυνίας ως , αλλά ως μέρη διαμονής. Και εκεί είναι που έρχεται το…Airbnb. Υπάρχουν δεκάδες σπίτια στη Γορτυνία τα οποία λειτουργούν κυρίως ως εξοχικά, για τις λίγες φορές του έτους που θα κάνει μια οικογένεια τις διακοπές της στο χωριό. Τα περισσότερα από αυτά, είναι σε άριστη κατάσταση. Μέσω του Airbnb , τα σπίτια αυτά μπορούν να ενοικιάζονται για μερικές μέρες, σαν να ήταν ξενοδοχεία. Η ιδέα είναι πως τα σπίτια που θα νοικιάζονται (κατά προτίμηση σε τιμές πιο φθηνές απ’ όσο θα κόστιζε η διαμονή στα τρία μεγάλα προαναφερθέντα χωριά), θα λειτουργούν σαν «ορμητήρια», τόσο για επισκέψεις στα τρία χωριά-ναυαρχίδες, όσο και για άλλες εκδρομές στην υπόλοιπη Γορτυνία.

Ο σκοπός είναι να αυξηθούν τα άτομα που επισκέπτονται την Γορτυνία. Με τις χαμηλές τιμές ενοικίασης στα μικρότερα χωριά, δίνεται κίνητρο στον επισκέπτη να μείνει κάπου πιο φθηνά και ταυτόχρονα να επισκεφτεί διαφορετικά μέρη. Εφόσον αυξηθεί ο αριθμός των τακτικών επισκεπτών, θα δημιουργηθεί και η ανάγκη για καλύτερες υποδομές που θα μπορούν να τους συντηρούν. Η ανάγκη για υποδομές, θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας τόσο για την δημιουργία τους όσο και για την στελέχωση τους. Και με αυτόν τον τρόπο, πείθεται και ο νέος που «φεύγει από το χωριό», να επιστρέψει και να αναλάβει μια σοβαρή επιχείρηση στον τουριστικό τομέα ή στον τομέα της διασκέδασης. Έτσι, αργά αλλά σταθερά, η Γορτυνία μπορεί να «αναπνεύσει» και να αποκτήσει ξανά ζωή, προσαρμοσμένη στα σύγχρονα δεδομένα.

* Ο Θεόδωρος Αγγ. Γιαννόπουλος από Βάχλια και Δήμητρα Γορτυνίας είναι απόφοιτος του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Αρθρογράφος και μέλος του Ελληνικού Τμήματος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων.

** Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδος «Γορτυνία»